ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΑΥΛΟΥ ΚΡΙΝΑΙΟΥ

θάνατος των κρίνων
Μες τον ανθώνα ξεψυχούν την ύπατη αγωνία,
σε φέγγος δειλινού ιλαρό, τα κρίνα κι’ ολοένα
μαδούν τα φύλλα των στη γη σε μια μοιραία θυσία
σαν πούπουλα χερουβικά λευκά και μαδημένα.
Και στον τεφρό ουρανό περνά μακάβρια λιτανεία,
σμάρι λευκών περιστεριών
– των κρίνων οι ψυχές – κι’ ή σιγανή βροχή
γλυκά τονίζει μια ελεγεία, κι’ υφαίνει αιθέριο
σάβανο θαμπό με ογρές κλωστές.

Στο φαρμακείο
Στου φαρμακείου την πληχτικιά γαλήνη, που μεθάει
της καμφοράς και του πικρού λαδάνου ή ευωδιά,
σε μια καρέκλα σιωπηλή με βουρκωμένα μάτια
και με σεμνή κι’ ασκητικιά μορφή απ’ της άγρύπνιες
προσμένει ή γριά το φάρμακο, πού το ετοιμάζει αργά
σ’ ένα γουδί κρυστάλλινο σκυφτός μουγγά ο σπετσέρης,
κι’ αφηρημένη και ρεμβή κοιτάει θλιβά και κρύα
προς της βιτρίνες, πού κλειστά μπουκάλια με ετικέτες
μυστηριακές, πολύχρωμες, φαντάζουν στη γραμμή
στρατοί πού μάταια πολεμά και αιώνια δίχως τέλος
το χαλαστή το θάνατο, πού διαγουμίζει κάστρα
και, στους γιαλούς κουρσεύοντας, του βίου μας τα καράβια
σέρνει μακρυά στα ρόδινα πεογιάλια του Αιωνίου,
—Κι’ όλο προσμένει, και στιγμές περίλυπη ως θανάτου
κουνάει συμβολικά κι’ αργά τάσ;ιρυ κεφάλι ί] γριά,
παραμιλώντας στη σιωπή με απελπισία κι’ οδύνη.
—Κι’ όλο ένα φέρετρο κλειστό με ανθιά λευκά διαβαίνει
φανταστικά απ’ τα μάτια της-του αγαπημένου αρρώστου.
Και τρεμουλιάζει, κι’ αρχινά λικνιστικά ένα κλάμα,
καθώς τραγούδι ερημικού’ σιντριβανιού που στάζει
μέσ τη σιωπή των πένθιμων και σιωπηλών νερών.

Ή φωταγωγημένη Άθήνα
(«Όπως την είδα μια νύχτα αυγουστιάτικη από την Ακρόπολη)
Σέ δυο ουρανούς—σε δυο ωκεανούς—απόψε ανάτειλαν τά ‘στρα, θαμπά
στον ουρανό και φεγγοβόλα, στην πολιτεία κάτωθεν αναρίθμητα
φώτα γλυκά, χρυσά κι’ ονειροπόλα.
Κι’ είναι ως λιμάνι η Αθήνα αχνό κι’ απέραντο, τα σπίτια της καράβια
πού ησυχάζουν κι’ οί ναύκληροι κοιμούνται κι’ ονειρεύονται
τα μάκρυνα ταξίδια πού τους κράζουν.
Και κάπου σβιέται ωχρό βαθιά ένα φως τρεμάμενο, σφυράει
το τραίνο, και θαρρείς στην ησυχία τη βραδινή, πώς το καράβι
εσάλπαρε προς κάποια μακρινή του αποδημία.
Ω Αυγή της Αττικής, μην κατεβείς στ’ αχνό λιμάνι μας γιατί μαζί σου
Ω τα καράβια φορτωμένα όλα σου τ’ άυλα ρόδα και τους πόθους μας,
σ’ έρμα πελάη βαθιά θα σβήσουν ξένα.


Ή φωταγωγημένη Άθήνα ("Οπως την είδα μια νύχτα αυγουστιάτικη από την Άκρόπολι)
Σέ δυο ουρανούς—σε δυο ωκεανούς—απόψε ανάτειλαν τάστρα, θαμπά στον ουρανό και φεγγοβόλα, στην πολιτεία κάτωθε αναρίθμητα φώτα γλυκά, χρυσά κι' ονειροπόλα.
Κι' είνε ως λιμάνι ή Αθήνα αχνό κι' απέραντο. τα σπήτια της καράβια πού ήσυχάζουν κι' οί ναυκληροι κοιμούνται κι' ονειρεύονται τα μακρυνά ταξείδια πού τους κράζουν.
Και κάπου σβιέται ώχρο βαθειά ένα φώς τρεμάμενο, σφυράει το τραίνο, και θαρρείς στην ήσυχία τη βραδυνή, πώς το καράβι έσάλπαρε προς καποια μακρυνή του αποδημία.
Ω Αυγή της Αττικής, μην κατεβής στ' αχνό λιμάνι μας γιατί μαζί σου—ώ τα καράβια φορτωμένα δλα σου τ άϋλα ρόδα και τους πόθους μας, σ' έρμα πελάη βαθειά θα σβυσουν ξένα.
Βραδινά οράματα
Άπόψε θ' ανεβώ ιλαρός στη θεία βουνοκορφή
του απατηλού του ονείρου μου, με αγνή και λυτρωμένη
σαν πεταλούδα ολόλευκη την έρμη μου ψυχή,
για νάρθη η ρέμβη ανάλαφρα με κούπα ασημωμένη,
να μου προσφέρει και να πιω το νέχταρ της σιωπής, γλυκό κι' ωραίο στου στοχασμού την παραδείσιαν ώρα, πού ή πλάση θανε στον καϋμό μιας θείς; απαντοχής, θάλασσα κάτω σκοτεινή κι' απάνωθε άστροφόρα !
Κι' από σιμά μου ή χίμαιρα με τάυλό της βιολί,
θα κρούει, θα κρούει λικνιστικά κάποιο θεσπέσιο μελός,
ωσότου σκάσει ο αυγερινός και ροδοφέξη η αυγή,
να πνίξει μες τα ρόδα της τ' ονείρου αχνά το τέλος !

Στη θολωτή δεντροστοιχία.
Ω πεύκα ώοαϊα, στη θολωτή δεντροστοιχία που πάτε σαν κάποια θριαμβική πομπή σε αρχαίο ναό σεμνά, το δείλι όταν στις φλόγες του σας ζώνει, πως κυτάτε την πυρκαγιά του αγέρωχα μεσ' τη σιωπή μουγγά !
Μ' αρέσετε όμως πειό πολύ μι' αυγή του κρύου Γεννάρη πού έσταζε αργά στα κλωνιά σας τ' αποβροχου ή δροσιά κι' επλαθε μύρια ρουμπινιά πετράδια με μια χάρη εξαίσια ό γήλιος ραίνοντας χρυσή φεγγοβολιά.
Και τότε, ώ δέντρα, εγίνατε πολυέλαιοι του απείρου, στ΄ωχρό το χάος αμέτρητοι, στα ουράνια κρεμαστοί!
Κι' άχνιζε ή γης σα θυμιατός! Κι' εγώ ρεμβός σε ονείρου μια μέθη έλύγιζα να πω μια προσευχή ορθρινή.

Το τραγούδι του νυχτερινού αγωγιάτη
«Κι' όταν της λύρας ή χορδή τον πόνο άκούς να στάζει κάθε άλλος ήχος δεν είνε παρά μια κούφια ηχώ».
(('Stances» J. Moreas)
Μεσ' τη σιγή την Ιερή του δάσου, πού οι κέδροι τη δροσιά των άστρων πίνουν, κι΄ ερωτικά οι δαφνοϋλες πρας τα ρείκια τα φουντωμένα λιγωμένες κλίνουν,

μεσ' τη γαλάζια νύχτα, π΄ δλο ραίνει από μπαλκόνι αόρατο άϋλα κοίτι φουλια μαβιά π' ανθούν στα ουράνια πλάτη, στο μονοπάτι το στριφτό ανεβαίνει

όκνά με το μουλάρι του ο αγωγιάτης
και λέει κάποιο τραγούδι αργά, θλιμμένα, για μιαν ωραία νεκρή, που είδε λυμένα στην κάσσα φεγγοβόλα τα μαλλιά της·

Και ρέει με τόση γλύκα, τόση οδύνη τάργό τραγούδι, πού τα πεύκα αρχίζουν θροίσματα ως λυγμούς μεσ' τη γαλήνη' και πένθιμα στο ρέμμα οι λευκές τρίζουν.

Γύρω τα νυχτολούλουδα ριγούνε,
σιγούν του δάσου οι γρύλλοι, τα μαμούνια και του σκυμμένου αλόγου αχολογούνε σαν σήμαντρα σε ξόδι τα κουδούνια.

Και πνίγεται ο αγωγιάτης στου λαδάνου
τ άρωμα, ως προχωρεί στο μονοπάτι, και πάει ψηλά—ποιος ξέρει που ! στου πλάνου
χρυσού του ονείρου λες τάχνό παλάτι ;

΄Η πάει ρεμβός στη χίμαιρα, ή στη βρύση πού το νερό τ' αθάνατο σταλάζει, την πεθαμμένη ωραία για να ποτίσει,
του τραγουδιού την κόρη πού στενάζει ;

Ό ύπνος μιας μικρής εταίρας
Ω μη χτυπάτε πειά, εραστές, την πόρτα της Ροδής,
την ώρ' αυτή που στην γλυκειάν αγκάλη του ερωμένου
του ωραίου της ΄Υπνου έδόθηκε στη μέθη της σιωπής .
Ω μη χτυπάτε πειά, εραστές, την πόρτα της Ροδής.

Κοιμάται τόσο ανάλαφρα και τόσον απαλά,
με μια ιλαρή στην δψη της πικρία φωτολουσμένη,
πού ή πεταλούδα ή ντροπαλή της παρθενιάς γλυκά
στο άκροανοιγμένο των χειλιών μπουμπούκι, απατημένη
θάρτή να πάρει τ’άρωμα της παιδικής πνοής.
Ώ μη χτυπάτε πειά, εραστές, την πόρτα της Ροδής.

Κοιμάται τόσο ανάλαφρα και τόσο τρυφερά
π' αργά και μόλις το άγουρο τρεμοανασαίνει στήθος
στα χάδια του "Υπνου ! και τα ωχρά τα βλέφαρα κλειστά
σαν μαραμένα πέταλα υακίνθων στα γλαρά
τα ωραία της μάτια, που τραβούν των εραστών το πλήθος...
΄Ω μη χτυπάτε πειά, εραστές, την πόρτα της Ροδής.. .

Copy Protected by Chetans WP-Copyprotect.