ΚΡΙΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ , TSIPRAS PAR LE REFERENDUM OBLIGE mr. JUNCKER DE PRESENTER SA NOUVELLE PROPOSITION 29-6-15

Tsipras, le referendum conduit mr. Juncker a sa nouvelle position : «In the interest of transparency..of the Greek people 29-6-2015

COMME JE L’ AVAIS PREVU, APRES LE REFERENDUM DU PREMIER MINISTRE, MR. TSIPRAS, L’ EU, PAR LE PRESIDENT MR. JUNCKER DANS SON ENONCE, QUE NOUS REGARDONS MAINTENANT A LA TELE, MONTRE LA VOLONTE DE L’ EU DE RECONSTRUIRE, OU DE RETRADUIRE, SES REGLES.

Bien sur, l’introduction de mr. Juncker fait contraste avec ses conclusions.

POURTANT LES MASS MEDIA GRECS RESTENT ANCRES DANS LEURS MENSONGES, qui changent le texte decide, vote et edite par le Parlement grec, c’est a dire par le peuple grec et CONTINUENT DE DIRE QUE LE «VRAI» SENS DU REFERENDUM EST «EURO OU DRACHME».
VOICI MON TEXTE D’AVANT HIER ET MON ANALYSE SUR «LE LANGAGE QUOTIDIEN TORQUE GREC».
MAIS AUSSI MME MERKEL IL Y A QUELQUES MINUTES A ANNONCE QUE LE SENS DU REFERENDUM N’ EST PAS CLAIR. C’EST A DIRE ELLE NE DONNE PAS UNE TRADUCTION MALIGNE AU REFERENDUM. APRES CA J’ATTENTS QUE LES POLITICIENS DE LA DROITE GRECQUE VONT CHANGER LEUR ATTITUDE.

TEXTE 1
Σήμερα, 27-6-2015, ο πρωθυπουργός Ελλάδας κ. Τσίπρας πρότεινε δημοψήφισμα.
ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΣΤΙΣ 25 Γενάρη ότι ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας δημιούργησε τους όρους για μια σύνθεση ανάμεσα στον ηγεμονικό φιλελευθερισμό και την απόλυτη αυτάρκεια.
Σήμερα που ήδη έχει εξαγγείλει το δημοψήφισμα επιβεβαιώνει την εμβάθυνσή μου, γιατί αποδείχθηκε με τη συμβολή του ότι το έτερο μέρος της διαλεκτικής αντίθεσης είχε παραβιάσει κάθε κανόνα του παιγνιδιού.
Το παιγνίδι που είχα αναλύσει δεν είναι το «παιγνίδι» του κ. Τούσκ (TUSK ), ο οποίος εσφαλμένα μιλάει για το παιγνίδι με τα δυο αυτοκίνητα που κινούνται το ένα εναντίον του άλλου και όποιος πεταχτεί έξω τελευταίος θα είναι ο νικητής (Ας θυμηθούμε το αριστούργημα της δεκαετίας του 50 «Επαναστάτης χωρίς αιτία»).
Πρόκειται για το παιγνίδι όπως παρουσιάστηκε από την αμερικάνικη κοινωνιολογία του ιντεραξιονισμού (E. Gofmann, The presentation of self in every day life»). Στην κοινωνική ζωή όποιος διεκδικεί κάτι, οτιδήποτε (να βρει μια καλή θέση, να βρεί μια καλή σύζυγο, να ανέβει στην κοινωνική ιεραρχία), σε κάθε βήμα του αντιμετωπίζει τη σχετιζόμενη με τη διαβατήρια πράξη κοινωνική ομάδα και προβάλλει τα προσόντα του, τους τίτλους του, παίζοντας με βάση τους σχετικούς κανόνες. Οταν όμως κάποιος από τους συμπαίκτες κάνει ζαβολιά και παραβιάζει τους κανόνες, τότε γίνεται μια σύγκρουση, ώσπου στο τέλος να ξαναδούν όλοι τους σωστούς κανόνες και να συνεχιστεί αυτό το παιγνίδι.

Σήμερα λοιπόν ο κ. Τσίπρας θα αποδείξει ότι με «καταγγελίες» που έκαναν πρωι πρωί κάποιο δημοσιογράφοι σε δυο κανάλια (Είναι 7 και 13) και μάλιστα με ύφος πιο αλαζονικό απότι ταιριάζει σε αργηγό κόμματος, αυτόχρημα φανερώνονταν ότι δεν είχαν καθόλου ρόλο μετάδοσης πληροφοριών. Επίσης άλλοι φαρμακεροί πρώην προσκεκλημένοι καναλιών με δήθεν αγάπη του έθνους έπιασαν να προβλέπουν ΄με δήθεν επιστημονικοφανές λεξιλόγιο πτώση της κυβέρνησης. Ολοι πέταξαν λοιπόν το φύλλο συκής. Το ζήτημα όμως είναι να μη διασπείρουν πανικό στους πολίτες.
Αλλος χαμένος από το ρουά και ματ του πρωθυπουργού κ. Τσίπρα είναι κάποιοι πολιτικοί της αντιπολίτευσης, που ξιφουλκούν εναντίον της κυβέρνησης αλλά χωρίς καημό για το λαό, διεκδικώντας ίσως να παραγκωνίσουν τον ίδιο τον αρχηγό τους.
Επιπλέον με την κίνηση της εξαγγελίας του δημοψηφίσματος η Κυβέρνηση αφοπλίζει την ΕΕ να επικαλεστεί τις «απόλυτες ιδέες» της. Δε θα έχει κανένα λόγο να αρνηθεί στη χώρα να διεξαγάγει δημοψηφίσματα. Δεν μπορεί να εφαρμόσει σωστά τους κανόνες της ΕΕ και να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος της χώρας μας. Γιατί εμείς δε θα ψηφίσουμε το όχι για να φύγουμε από την ΕΕ, αλλά για να μας δώσουν μια νέα, πιο ανθρώπινη συνθήκη. Δε νοείται ευρωπαικός θεσμός να διασφαλίζει βοήθεια προς ένα κράτος μέλος με βάση ό,τι συνοψίζει στη μελέτη του για τον πόλεμο (SUR LA GUERRE) ο περίφημος von Clausewitz (πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα και διδάσκεται σε όλες τις στρατιωτικές ακαδημίες του κόσμου), ότι κάθε διπλωματική πράξη, εν προκειμένω κάθε σχέδιο δήθεν διάσωσης της Ελλάδας, είναι συνέχιση του ολοκληρωτικού πολέμου με άλλα μέσα.

TEXTE 2
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ «ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ..» , ΣΕΛ 88
Ο ΣΤΡΕΒΛΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΩΣ Ο ΕΤΕΡΟΣ ΠΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Η έρευνα αποκάλυψε μια ολόκληρη σειρά κοινών χαρακτηριστικών που αναφέρονται στη συλλογική μνήμη και προϋπάρχουν σε σχέση με την εμφάνιση των έργων, που μελετάμε.127
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να διαχωρίσουμε τον τύπο της ελληνικής κουλτούρας από τους τύπους πολιτισμού, που συναντιώνται στις βιομηχανοποιημένες χώρες. Ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι έχουμε εδώ έναν τύπο κουλτούρας ειδικό δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε τις συμβατικές αντιθέσεις-μαϊντανό μεταξύ ορθολογισμού και ανθρωπισμού, αφού η Ελλάδα δεν έχει φτάσει στη βιομηχανική ολοκλήρωση και ο τεχνικός επιστημονικός λόγος δε διαπερνά το σώμα και το πνεύμα της ελληνικής κοινωνίας. Όσον αφορά την Ελλάδα, αυτό που είναι αποφασιστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι μετά τον παγκόσμιο πόλεμο το κράτος που σχηματίστηκε από τους συντηρητικούς συνέχισε τον πόλεμο με άλλα μέσα, για να θυμηθούμε την περίφημη φόρμουλα του Κλαούζεβιτς. Ο αντικομμουνισμός σε συνδυασμό με την “ελληνο-χριστιανική” ιδεολογία αποτέλεσε τη βάση κάθε πολιτικής, της εκπαίδευσης και της επίσημης λογοτεχνίας. Ωστόσο, η πολιτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας από το 1974 έως το 1982 και η αποϊδεολογικοποίηση που την ακολούθησε παραμόρφωσαν τις έννοιες της ηθικής και της αισθητικής αξίας. Ενώ, στο πρόσφατο παρελθόν, οι φόρμες της πολιτιστικής ζωής της ελληνικής κοινωνίας είχαν ένα συνεκτικό περιεχόμενο, που συνίστατο στην προφορική παράδοση του λαού, από το 1960 ο ιστός της προφορικής παράδοσης διαρρηγνύεται, γιατί η παράδοση ξεπεράστηκε ιστορικά, χωρίς ν’ αντικατασταθεί από τη γραπτή παράδοση, η οποία θα ήταν ικανή ν’ αντιμετωπίσει και να καλύψει το νέο τρόπο ζωής.128 Η ανάλυση των φολκλορικών και εθνολογικών φαινομένων της ελληνικής κοινωνίας αποδεικνύει ότι το ξεθώριασμα των δύο παραδόσεων, προφορικής και γραπτής, οδηγεί στον αφανισμό της λαϊκής κουλτούρας. Ο νεοσοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ μετά το 1974 έδωσε ώθηση εκφράζοντας το λαϊκό σίσθημα σε μια αληθινά πρωτότυπη παραγωγή σκέψης, που άσκησε μια αποφασιστική επιρροή πάνω σε πολλούς διανοούμενους, σοσιαλιστές και μη. Πρόκειται βέβαια για έναν σοσιαλισμό βολονταριστικό, που μπόλιασε το σοσιαλισμό με αξίες ηθικές και θρησκευτικές. Δεν περιορίζεται μόνο στο προλεταριάτο, ενώ ρίχνει το ενδιαφέρον του και σε άλλα στοιχεία, παραμελημένα από τη μαρξιστική παράδοση, όπως ήταν η μεσαία τάξη και άλλες κατηγορίες μη προνομιούχων. Αυτός ο τύπος πολιτεύματος συνδυάζει σοσιαλισμό και έθνος και προσελκύει έτσι και τους φιλελεύθερους. Μια διαίρεση νέα εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ: από τη μια αφήνεται ένας τομέας ελεύθερος για τις βιομηχανίες και την οικονομική δραστηριότητα και απ’ την άλλη αυξάνεται ο ρόλος του κράτους. Τα πλεονεκτήματα: τίθεται ένα τέρμα στην εκμετάλλευση της κατώτερης τάξης από την άρχουσα τάξη. Τα μειονεκτήματα: ο κίνδυνος που παρουσιάζει για το άτομο ένα κρατικοποιημένο καθεστώς. Στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος πολλοί διαμαρτύρονται εναντίον της υποταγής του ατόμου σε ένα οιονεί ολοκληρωτικό κράτος. Ετσι η εικόνα που περιγράφει ο Βασίλης Φίλιας είναι πολύ αντιπροσωπευτική: “Στη χώρα μας, η κρίση παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι γίναμε μια κοινωνία “μεταβιομηχανική” χωρίς να έχουμε προηγουμένως περάσει από τη βιομηχανιή ανάπτυξη. Η συνέπεια ήταν οι θεσμοί να μη λειτουργούν καλά και να μη δημιουργηθούν μεσαία στελέχη ικανά να αντισταθούν στην πλημμύρα της διαφήμισης και στους πειρασμούς της καταναλωτικής κοινωνίας. Ετσι η κοινωνία παρέμεινε μια κοινωνία όχι δομημένη, που καταστρέφει η ίδια τις δημιουργικές της δυνάμεις.” Ο Φίλιας διαπιστώνει επίσης το γεγονός ότι η παραγωγή από έλληνες συγγραφείς πρωτότυπων έργων αναφερόμενων στην ελληνική πραγματικότητα είναι πολύ χαμηλή και αυτό οφείλεται στην ελληνική κρίση του πολιτισμού. Αλλά και κατά το Νίκο Μουζέλη, η υπανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας συνίσταται στο γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κυριαρχεί στη μεγάλη μόνο βιομηχανία, αλλά η μικρή παραγωγή χαρακτηρίζει τη γεωργία και τη βιοτεχνία. Εξάλλου από τη στιγμή που η πολιτικοποίηση εισέβαλε στην καθημερινή ζωή, κάθε αλλαγή της κορυφής έχει αντίχτυπο στη βάση, επειδή η νέα τάξη πραγμάτων οδηγεί τους αξιωματούχους και πολλούς από τους πολίτες να τοποθετούν την αντίθεσή τους πάνω στο πολιτικό πεδίο. Ετσι στην κατώτερη βαθμίδα της κοινωνίας οι εμπειρίες της ζωής εξαρτώνται από τα μεσαία στελέχη.

Η ΟΠΤΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

Η ΟΠΤΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΜΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΑΞΙΕΣ

Οπως φαίνεται από τις μέχρι τώρα αναλύσεις, ο αφηγητής ή ο ήρωας των έργων που εξετάζουμε δεν έχει μισ δική του απάντηση στο ερώτημα τι είναι οι αξίες, αλλά κρίνει τους ορισμούς και τις ερμηνευτικές συρραφές, που δίνουν οι άλλοι για τις αξίες. Και είναι αυτό το νέο χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας τόσο συχνό και τόσο σπουδαίο, ώστε μας προσανατόλισε να αναζητήσουμε το γενικό ερμηνευτικό μας σχήμα στη διαδραστική (ιντεραξιονιστική) κοινωνιολογική μέθοδο. Εκείνο δηλαδή που κυριαρχεί στην οπτική των έργων της εποχής αυτής είναι η αντιιδεολογική κριτική των ιδεολογημάτων, η ανάδειξη της αβέβαιης και πρόσκαιρης φύσης των επίσημων αιώνιων αξιών, που προβάλλει κάθε φορέας του στρεβλού κοινού λόγου μέσα στα μυθιστορήματα αυτά. Εξαίρεται έτσι η τάση να παρουσιάζονται οι αξίες της επίσημης τάξης πραγμάτων ως ερμηνείες. Με την έννοια αυτή είναι που ο αμφισβητίας συγγραφέας υιοθετεί μια οπτική που αντιστοιχεί σ’αυτό που ονομάζουμε διαδραστική οπτική, γιατί ενοχλείται από τον επιφανειακό τρόπο, με τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις και γίνονται οι χαρακτηρισμοί από τους υπεύθυνους μέσα στην ελληνική κοινωνία, τους ισχυρούς στην κάθε κοινωνική περίσταση.
Ειδικότερα στο χώρο του πνεύματος η λογοτεχνία περνούσε για ιερή αξία κυρίως χάρη στην απροσδιόριστη σύγχυσή της με τις αξίες της ηθικής. Και αυτό λοιπόν το ζήτημα της σύγχυσης ανάμεσα στην αισθητική αξία και τις ευρύτερες δημόσιες σχέσεις των ένδοξων συγγραφέων εντάσσεται στα γενικότερα στοιχεία της κουλτούρας που αμφισβητούνται από τους νέους συγγραφείς και τους νέους αναγνώστες. Η καταλυτική τους μάλιστα αμφισβήτηση προχωράει στην άπομυθοποίηση του συστήματος παραγωγής λογοτεχνικών σταρ στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η λογοτεχνική αξία συγχεόταν σκόπιμα με την ηθική αξία του συγγραφέα μάρτυρα (Γιάννης Ρίτσος, Δημήτρης Δουκάρης, Τάσος Λειβαδίτης), οδηγούσε στην πρακτική να αναγνωρίζεται και να καθιερώνεται κάποιος ως μεγάλος συγγραφέας εξαιτίας των προσωπικών του σχέσεων. Στο τέλος η βαθιά σημασία του έργου δε μετράει. Εδώ ο αναγνώστης πρέπει να ξαναδεί τις αναλύσεις του κεφαλαίου για το ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο. Παράλληλα ξαναβρίσκουμε το ερώτημα, γιατί η γλώσσα αναδεικνύεται στη φάση αυτή ως η περιοχή, όπου οι δύο πλευρές, η κυρίαρχη ιδεολογία και οι αμφισβητίες συγγραφείς ερμηνεύουν διαφορικά τις λέξεις-κλειδιά, που ορίζουν τις κύριες συνθήκες της τρέχουσας ζωής:
Α) Τη λέξη-κλειδί κοινωνική δομή, θεωρούμενη από τον κυρίαρχο στο δυτικό κόσμο φονξιοναλισμό ως σύστημα ρόλων και από τον κουλτουραλισμό ως σύστημα υποπολιτισμών.
Β) Τη λέξη-κλειδί γόητρο, θέση κύρους, θεωρούμενη από το φονξιοναλισμό ως κοινωνική θέση και αποτέλεσμα ενός συμβολαίου, ενώ για τους κουλτουραλιστές σήμαινε το γόητρο, το κύριο κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Γ) Τη λέξη-κλειδί κίνητρο, που οι φονξιοναλιστές την εξηγούν ως προσδοκία, ενώ για τον κουλτουραλισμό σημαίνει ηθικούς κανόνες.
Η διαδραστική οπτική συμπίπτει στη χρονική της εμφάνιση με την ιντεραξιονιστική κοινωνιολογία (διαδραστική), που αποτέλεσε στη Δύση την αντιπολίτευση στον κυρίαρχο φονξιοναλισμό και που χωρίς να ξαναγυρνάει στον κουλτουραλισμό επιμένει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά πρέπει να εξετάζεται στον ίδιο της το φυσικό χώρο, που περιλαμβάνει τα σύμβολα, και τη γλώσσα. Το ίδιο κοινωνικό φαινόμενο του κινήματος της αμφισβήτησης των καιρών μας βρίσκεται στην καταγωγή της ανάδειξης σε ουσιαστικό ζήτημα της γλωσσικής και συμβολικής πλευράς της μοντέρνας λογοτεχνίας στην Ελλάδα, όπως επίσης και της στροφής της θεωρητικής έρευνας στο νόημα των κοινωνικών γεγονότων.

Η ΟΠΤΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΟΤΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΣΤΑ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Για την κατασκευή της έννοιας της στρεβλής γλώσσας της καθημερινής ζωής, ως προς την οποία προσδιορίστηκε η αντίθεσή του, η οπτική αμφισβήτησης, αναζητήσαμε τα χαρακτηριστικά της δημόσιας ελληνικής καθημερινής ζωής και της γλώσσας της στα στοιχεία που επανέρχονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα στις δημόσιες εκδηλώσεις της δοσμένης περιόδου. Η έννοιά της καθημερινής ζωής δεν αποδίδει απλά την κοινωνική ψυχολογία, αλλά το πώς αυτή εγγράφεται μέσα στους αντικειμενοποιημένους λόγους του συντάγματος, των κομμάτων, των αναλυτών. Με αυτό τον όρο του κοινού στρεβλού λόγου ομογενοποιήσαμε τα στοιχεία που εξετάζουμε.
Αν σχηματίσουμε μια κλίμακα των χρήσεων της γλώσσας με βάση την “καμπύλη του Zipf”, όσοι λένε λίγα θα καταλάμβαναν το ένα άκρο, τη “σιωπή προς τα πάνω”, ενώ οι φλυαρίες των λαϊκών εφημερίδων θα καταλάμβαναν το άλλο, τη “σιωπή προς τα κάτω.
Οι συνέπειες από τη γενίκευση στην ελληνική κοινωνία του κοινού στρεβλού λόγου είναι:
1) Οτι το “πράγμα καθαυτό’ μπαίνει σε αμφισβήτηση, πράγμα που οδηγεί τον κάθε βουληφόρο άνδρα στη διηνεκή παρουσίαση ‘ενδιάμεσων μορφών’, δηλαδή μορφών που δεν αναφέρονται απευθείας σε μια ολότητα (το θεό, το είναι, τη συνολική κοινωνία). Αν δε συνέβαινε αυτό, τότε δε θα είχαμε μετά τη μεταπολίτευση παρά ρεαλιστικές αναπαραστάσεις.
2) Η δεύτερη συνέπεια είναι η διαμορφωμένη πεποίθηση ότι κανείς δε νομιμοποιείται να ξέρει τι είναι η πραγματικότητα. Αυτό είναι άλλωστε ο εσωτερικός λόγος, για τον οποίο οι συμμετέχοντες στο “λόγο” αρκούνται να φτιάχνουν ενδιάμεσες μορφές αντί για αναπαρααστάσεις.
Η θεσμοθέτηση της κοινής νέας ελληνικής (1976) επέτεινε τις αναζητήσεις άλλοτε εν ονόματι της πολυφωνίας και άλλοτε εν ονόματι της μυστικής επικοινωνίας μέσα στη δεκαετία του ’70 και συμπορεύτηκε με μια πρωτοφανή πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του 1970. Η κοινή νέα ελληνική γίνεται πια η επίσημη γλώσσα ως γλώσσα-όχημα, που όλοι χρησιμοποιούν, παίρνοντας το ρόλο που είχε ώς τότε η καθαρεύουσα. Από τότε η κοινή νέα ελληνική χρησιμοποιείται από το διοικητικό μηχανισμό, τα πανεπιστήμια και τους λοιπούς θεσμούς σε τρόπο που καλύπτονται οι επικοινωνιακές ανάγκες του πληθυσμού, γιατί διαφέρει από την τεχνητή γλώσσα, που είναι γνωστή ως καθαρεύουσα κυρίως στη μορφολογία και στη σύνταξη. Εννοείται ότι οι διάφορες ποικιλίες της ελληνικής γλώσσας, μαζί και η καθαρεύουσα, αποκλείονται, γιατί η τυποποίηση και η κωδικοποίηση έχει πλέον επιβληθεί με νόμο και στηρίζεται στη γραμματική του Μανώλη Τριανταφυλλίδη, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1941. Βεβαίως η πολιτική αυτή πράξη ήταν σωστή, γιατί ένα έθνος δεν μπορεί να δημιουργήσει τίποτα κοινό, χωρίς ένα κώδικα οικονομικό, συστηματικό, ενιαίο. Εν τούτοις, είναι αλήθεια ότι με την ίδια αυτή κίνηση ένα σπουδαίο μέρος της ελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας δεν είναι πια προσιτό στους νέους Ελληνες. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η αλλαγή αυτή επηρεάζει σημαντικά τη λογοτεχνία που μελετάμε, όπως φαίνεται στις αναλύσεις. Και ήταν αναμενόμενο, αφού το γλωσσικό είχε αναχθεί σε μείζον πρόβλημα στην Ελλάδα, γιατί συνδέθηκε με ταξικά συμφέροντα, καθώς η καθαρεύουσα είχε συνδεθεί με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και της δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας. Ετσι, οι εντάσεις στους χώρους της ελληνικής διανόησης οξύνονται εξαιτίας της γλωσσικής μεταρρύθμισης του 1976 και της εισαγωγής του μονοτονικού συστήματος το 1982.
Από τη σκοπιά της επικοινωνίας η νομοθέτηση της κοινής νέας ελληνικής ήταν θετικό βήμα, γιατί εφάρμοσε την αρχή της κωδικοποίησης με βάση την αναλογία, που θα λειτουργήσει στο μέλλον ευεργετικά. Το ζήτημα ήταν να απαλλαγεί ο λαός από τους στενόκαρδους σε κάθε βήμα γραμματοδιδάσκαλους. Εξάλλου, μετά τη νομοθέτηση της αδιαφοροποίητης σύνταξης, που διασφαλίζει την επικοινωνία, καμιά συμβολή λεκτική ή εκφραστική δεν αποκλείεται, ώστε να πορευθεί η γλώσσα σε μια ολοένα και μεγαλύτερη τελειοποίηση. Αλλά, στηριγμένοι πολλοί στο γεγονός της θεσμοθέτησης διεκδικούν ακόμα και σήμερα το ρόλο να είναι οι θεματοφύλακες της καθαρότητας της γλώσσας, όπως έγινε και σε άλλες χώρες, κυρίως στη Γαλλία. Ετσι οι σύγχρονοι ελληνίζοντες στο βάθος είναι γαλλίζοντες, γιατί η επιχειρηματολογία τους πήρε την εναρκτήρια κίνησή της από τον Etiemble, που είναι γνωστός στην Ελλάδα από τη φράση parlez-vous franglais.
Γεγονός πάντως είναι ότι η θεσμοθέτηση της “κοινής νέας ελληνικής” εισπράχθηκε αρνητικά από πολλούς συγγραφείς. Ορισμένοι είπαν ότι η θεσμοθέτηση θα κατέληγε να καταργήσει κάθε ελευθερία στις ειδικές και τοπικές γλώσσες. Μάλιστα ένα όμιλος, ο Ε.Γ.Ο, που ιδρύθηκε από τη συντηρητική ελίτ του πνεύματος, ξεκίνησε ένα αντίστροφο κίνημα. Αλλά ο Ε.Γ.Ο θα μπορούσε να δει και άλλες πλευρές πέρα από τη στενά γλωσσολογική. Και όσον αφορά τον πλούτο της γλώσσας, από τον καιρό ήδη του Κοραή ένα μεικτό όργανο αναπτυσσόταν στις πόλεις και πλουτιζόταν, καθώς το λεξιλόγιο αντλεί από όλες τις προγενέστερες φάσεις της ελληνικής γλώσσας (Βλ. BAKHTINE, 1978, σελ.95.).
Αλλά, το ζήτημα της τύχης της γλώσσας δεν είναι ζήτημα γλωσσολογικό, δεν είναι θέμα διατήρησης ενός καθαρευουσιάνικου συντακτικού, ή μιας έστω διακριτικής χρήσης των γενικών σε -εως από εκείνους, που χωρίς πνευματικό μόχθο θέλουν μια αναγνώριση πνευματικής ανωτερότητας. Το ζήτημα αφορά την κοινωνική ζωή. Η δε εμπειρική κατηγορία μας “στρεβλός κοινός λόγος” δεν έχει να κάνει με την ορθή καθιέρωση της κοινής νέας ελληνικής, αλλά εξάγεται από μια μέθοδο που αντλεί τα επιχειρήματά της και τις πληροφορίες της από την κριτική, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και μπορεί να θεωρείται διαμεθοδική. Ετσι ο κοινός στρεβλός λόγος στηρίζεται και γεννιέται από τη δύναμή του να επιβάλλει ρετσινιές, να κατηγοριοποιεί. Στο ελληνικό πολιτιστικό σύστημα, χρησιμοποιούνται μ’ ένα τόνο περιφρόνησης όλες τις λέξεις που αναφέρονται στη σεξουαλική ζωή, στους κομμουνιστές και σε περιθωριακούς. Οι κομμουνιστές, για παράδειγμα, παρουσιάζονταν παλιότερα ως ληστοσυμμορίτες. Τέτοιες λέξεις είναι φορτισμένες μ’ όλες τις προγενέστερες σημασίες τους, που ανήκαν σ’ ένα παλιό κώδικα, προγενέστερο της σύγχρονης μορφής, που πήρε ο κοινωνικός σχηματισμός. Η απονομή τώρα τέτοιων λέξεων εναντίον κάποιου κάνει τις λέξεις αυτές σύμβολα. Και μολονότι τα σύμβολα δεν κατέχουν μια υλική πραγματικότητα, εντούτοις οι επιδράσεις που προκαλούν στη ζωή των ανθρώπων, είναι πραγματικές, γιατί το να βαφτίζονται ορισμένα πρόσωπα ως αποκλίνοντα καταλήγει να είναι πράξη αποκλεισμού και τιμωρίας, εφόσον αυτά τα άτομα χάνουν πολύ περισσότερα από ένα φορολογικό πρόστιμο. Χάνουν τη φήμη τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση γλωσσικών μορφών, που χρησιμοποιούνται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ως σύμβολα κοινωνικού κύρους. Οι γλωσσικές αυτές μορφές όντας φορτισμένες με μια εμπειρία κοινωνικών διακρίσεων, έγιναν σύμβολα διάκρισης.

Copy Protected by Chetans WP-Copyprotect.