Vertical Menu
Categories

Archive for Μάρτιος 2018

2018 ΣΥΝΟΡΙΟΦΥΛΑΚΕΣ ΒΑΣΑΝΙΖΑΝ ΣΚΥΛΟ-1995 Κάι-κάι θεούλη μου του Σ.Δημητρίου, Πιθανές ερμηνείες

Κάι, κάι, θεούλη μου
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΔΥΝΑΤΕΣ, ΑΛΛΑ ΛΑΘΕΜΕΝΕΣ, ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
1. Σωτήρης Δημητρίου, Κάι, κάι, θεούλη μου. ΚΕΔΡΟΣ, 1995
ΕΘΕΩΡΕΊΤΟ ΦΥΛΆΚΙΟ ΔΎΣΜΕΝΕΙΑΣ.
Είχαν τσουβαλιαστεί εκεί κάτι άσχετα λαϊκά παιδιά,
καραβίσιοι, που μπόρεσαν με κατώτερο μέσον να βγουν
στη στεριά, κάτι ακροθιγώς αριστεροί οχτάρια, τρία τέσ-
σέρα άτομα γιώτα τέσσερα, ένας κουτσός.
Το φυλάκιο, δέκα χιλιόμετρα απ’ το Ναύσταθμο κον-
τά στο βραχώδες ακρωτήρι, απολάμβανε κάποιας ασυλιας, γιατί υπήρχε πάντα μια μπόχα και οι αξιωματικοί απόφευγαν να κάνουν εφοδεία.
Η μπόχα προερχόταν από μια βαθια σχισμή, οπού άδειαζαν οι κρατούμενοι ναύτες το σκουπιδαριό και τ’ αποφάγια του Ναύσταθμου. Έτσι οι ναύτες του φυλα-
κίου γύριζαν αδέσποτοι. Αλλά πάλι, λίγες ήταν και οι άδειες εξόδου. Τους έκοβαν συνήθως στην αναφορά, πότε για σιδέρωμα, πότε για μαλλιά.Έτσι το πήραν κι αυτοί απόφαση κι άραξαν. Τάβλι,ξάπλα, μαλακία.

Μοναδικοί τους επισκέπτες τα σκυλιά και τα γατιά, αμετρητά. Απ’ όλη την περιοχή λόγω του σκουπιδαριού.Αναγκάστηκαν ν’ αθλοθετήσουν απ’ τη Διοίκηση ειδικες άδειες για την εξόντωση τους. Στα πέντε τετράποδα, είκοσι μέρες τιμητική. Αλλά απ’ τον πολτό του φυλακίου δεν υπήρχε ιδιαίτερη προθυμία,
ώσπου εμφανίστηκε ο μερακλής. Ένας ξερακιανός ναύτης
που αμίλητος ήρθε στο φυλάκιο, σπάνια μίλαγε, ουδέτερα, άχρωμα και που κανείς δε θυμάται το βλέμμα του να στάθηκε στο πρόσωπο του. Δεν έκανε φίλους, αλλά με τον καιρό απέκτησε δούλους,
γιατί η μεγάλη του απόλαυση ήταν να σκοτώνει τετράποδα.
Χάριζε την άδεια στους γλύφτες του κι αυτοί του ‘διναν τη δικιά τους καινουριότερη μπελαμάνα, του γυάλιζαν
τα παπούτσια, του φτιαχναν καφέ.Αυτός δεν έβγαινε ποτέ, ούτε καν απογευματινή έξοδο.Οι υπόλοιποι όλο κολοτρίβονταν στα πόδια του, όχι μόνο για τη σκληρότητα του και την απροσιτότητα αλλά και γιατί ήταν πολύ όμορφος.
Σκληρή, σκεφτική, ακαθόριστη ομορφιά, μπολιασμένη
με φιδίσια γοητεία που τόνιζε η οριζόντια γραμμή ανά-
μέσα στα ματιά, τα στενά σφιγμένα χείλη.Ανέτρεπε πλήρως το πρόσωπο του, τις ιδέες για ανά-λογη σχέση εμφανίσεως και ψυχής.
Κιτρίνιζε το μάτι του από μίσος κι αηδία όταν έβλεπετετράποδο.
«Μουνόσκυλα, θα σας γαμήσω την Παναγία», έλεγε.Και συνήθως δεν του αρκούσε να τα σκοτώνει μπαμ και κάτω με το ΜΙ. Εφεύρισκε δικούς του τρόπους.
Λογού χάρη, στούμπαγε γυαλιά, τ’ ανακάτευε μαζί με κιμά και τους τα ‘ριχνε να τα φάνε. Τους θέριζαν τα γυαλιά τ’ άντερα και σφάδαζαν επί πολύ πριν πεθάνουν.
Αυτός τα κοιτούσε μαγνητισμένος, μέχρι να τινάξουν τελευταία φορά τα ποδάρια.
Άλλα τα περίχυνε με πετρέλαιο και τους έβαζε φωτιά.Σ’ άλλα έχωνε στον πρωκτό τους καλαμάκια από σου-βλάκια, μουσκεμένα σε καθαρό οινόπνευμα.
Έφτασε να πεταλώσει μια γάτα. Άνοιξε τέσσερα μικρά κουτιά γάλα νουνού, έβαλε τα πόδια της μέσα, ένα ένα, περίχυσε μετά λιωμένη πίσσα που τη στερεοποιούσε μέσα σ’ έναν κουβά κρύο νερό. Την αμόλησε, πήγε να
προχωρήσει η γάτα, σκράπα σκρούπα, βαριά με δυσκολία.
Επιχείρησε ν’ ανέβει ένα εμπόδιο, πάρ’ την κάτω.Τελικά σύρθηκε σιγά σιγά στο ακρωτήρι και αυτοκτόνησε.
Το πλήρωμα του φυλακίου κοίταζε όλα τούτα από μακριά, μουρμούριζαν μεταξύ τους, αλλά μπροστά του γέλαγαν βεβιασμένα, κολακευτικά.
«Γάμα τους τη μάνα, κληρούχα. Γιομάτα αρρώστιεςείναι.»
Σιγά σιγά τα τετράποδα λάκισαν.Τον μυρίζονταν από μακριά, έκαναν επί τόπου μετα-βολή κι έκοβαν δρόμο.
Είχε προνοήσει όμως.
και κατάφερε να υποδουλώσει ένα σκύλο και μια γάτα,που τα έκανε αφρισμένους εχθρούς.
Εκείνη η γάτα γκαστρώθηκε.
Έφτασε η ώρα της και μερόνυχτα μας πήρε τ αυτιά
απ τα νιαουρίσματα, γιατί δεν μπορούσε να γεννήσει.Ήταν λεπτοκαμωμένη και φοβερά αδύνατη. Ήτανε χειμώνας, έκανε ψοφόκρυο και δεν βγαίναμε έξω.
Η γάτα είχε κουρνιάσει κάτω από μια σκάλα. Νιάου,νιάου, συνέχεια.
Αυτός τέντωνε τ’ αυτιά του, λαμπύριζαν τα μάτια του.«Κολόγατο, μου ‘θελες γαμήσια. Φά’ την τώρα.»Όλη τη νύχτα κάπνιζε ξάγρυπνος, μουρμουρίζοντας.
Τον είχε πάρει ο ύπνος το δεύτερο πρωινό και τον ξύπνησε το νιαούρισμα.
Πετάχτηκε ανταριασμένος και βγήκε έξω. Τον ακολουθήσαμε μουδιασμένοι, μαγνητισμένοι. Βρήκε μια σιδηροσωλήνα και κατευθύνθηκε στη σκάλα.
Η γάτα ήταν γερμένη στο πλάι, κι ανάσαινε βαριά,γρήγορα. Απ’ το όργανο της έτρεχαν υγρά.
«Το Χριστό σου, βρομιάρα.»
Σήκωσε τη σιδηροσωλήνα και καθώς έκανε να την
κατεβασει, πετάχτηκε ανάμεσα σ αυτόν και στη γάτα, ο σκύλος.
«Χα! Πάνω της, μούργο», του κάνει. Ο σκύλος τον πλησίασε φοβισμένος, κοιτώντας μια την γάτα μια αυτόν κι άρχισε να του γλύφει τα πα-
πούτσια.
«Πάνω της, ρε μαλακισμένο», το κλώτσησε.Ο σκύλος λοξοκοιτώντάς τον, πήγε στη γάτα κι άρχισε να τη γλύφει , να τη βοηθήσει.
Τον κοίταζε κάπου κάπου, τρομαγμένα, ικετευτικά.
«Όχι, ρε πούστη. Αηδία», κάνει αυτός, όρμησε με το σιδερικό κι άρχισε να τα λιανίζει.
Η γάτα απ’ την τρομάρα της πέταξε ένα γατί έξω κι ένα άλλο κρεμόταν, μισό έξω, μισό μέσα.
Τα λιάνιζε για πολλή ώρα, βρίζοντας. Η γάτα γρήγορα έπαψε τα νιαουρίσματα κι ο σκύλος έσυρε το σπασμενο σώμα του, σκέπασε το νεκρό σώμα της γάτας κι
άρχισε σιγανά κλάματα και παράπονο.
Και, και, και, θεούλη μου.Και, και, σου προσπέφτουμε. Δεν κάναμε τίποτα, δεν
ξέρουμε τίποτα. Πατούμε τούτα τα λίγα μέτρα χώμα, με γυμνά πόδια μες στο κρύο, τον τρόμο και την τρέλα. Δες τα μάτια μας, θεούλη μας. Τίποτα δε θέλαμε,
μόνο λίγη ξενοιασιά.
Και, και, πατερούλη μας. Άγνωστα, σκοτάδια, χάος.
Φώτισε λίγο τα ματάκια μας, θεούλη μου, και μη μας
βασανίζεις άλλο.
Και, και, και, θεούλη μου, μη άλλη τιμωρία.
Και, και, και, και…

Μιχ. Η τελευταία μεταφορά, όπου το σακατεμένο από «άνθρωπο» ζώο επικαλείται το θεό, να μην επιτρέπει αυτή τη βαρβαρότητα, θυμίζει την επίσης αριστουργηματική αποστροφή της φώκιας μπροστά στο πνίξιμο και του τελευαταίου παιδιού της Μοσχούλας (Δε θυμάμαι καλά το όνομα) σε βραχώδη παραλία της Σκιάθου. Θρηνούσε η φώκια κι’ έλεγε «Δεν έχουν τέρμα τα πάθια του κόσμου..»
————————————————————————————————————

 

Μιχαηλίδης / Δείχνω σενάρια πιθανών ερμηνειών του παραπάνω αφηγήματος, για να φανεί το χάος που επικρατεί και αλλού και στη χώρα μας στον κριτικό λόγο, πράγμα που είναι πολύ σοβαρό έλλειμμα για το σημερινό πολιτισμό. Και το χάος αυτό έχει φυσικά τις συγκεκριμένες, αλλά ανυπάρβλητες αιτίες του.

1. Πώς θα ερμήνευε το αφήγημα αυτό η παραδοσιακή λογοτεχνική κριτική του αυταπόδεικτου

Ένας καλός τρόπος πρόσβασης στο Εργο είναι να εξετάσουμε πώς και γιατί μας ξαφνιάζει..
Αρχίζει ήδη από τον τίτλο
Το να βάζει σκληρούς ανθρώπους να ξεκοιλιάζουν τα ζώα με έναν τρόπο αρκετά ασυνήθιστο
Μια ιστορία που λέγεται με συνταρακτικό ύφος
Όπως και τον αφηγητή, έτσι και εμάς κάτι μας κρατάει σε ανησυχία.
Παρουσιάζονται τα περίεργα πρόσωπα.
Μας εισάγει στον πραγματικό κόσμο της ιστορίας, έναν κόσμο οικείο πεζό μαζί και παράξενο απειλητικό .
Ένα από τα πολλά που πρέπει να προσέξουμε είναι πόσο επιδέξια παρουσιάζει το σκύλο αδιάλλακτο εχθρό της γάτας, να την υπερασπίζεται εντούτοις την ώρα που οι σπιούνοι του αρχηγού την ξεκοιλιάζουν.
Το τέλος της ιστορίας, όπου αποκαλύπτεται… μας ξαφνιάζει
Το τελευταίο ξάφνιασμα είναι η απροσδόκητη ανακάλυψη ότι τόποι τόσο κοντινοί μας κρύβουν τέτοια βαρβαρότητα.

 

2. Πώς θα ερμήνευε το αφήγημα αυτό η Φαινομενολογική οπτική γωνία

Ένας αφηγητής είναι παρών σε μια σκηνή της στρεβλής καθημερινότητας που ζούν πολλοί Ελληνες και βρίσκεται μπροστά σε δυο αντικρουόμενες εκδοχές για το τι σημαίνει να είσαι έλληνας στρατιώτης, και βολεψίας σε μια υπηρεσία λούφας, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας.
Η μια εκδοχή είναι εκείνη του Ελληνα που έχει αποστολή να εκπολιτίσει όχι μόνο τους γειτονικούς λαούς, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Και μάλιστα εννοείται ότι αν καλούνταν και ο πιο ασήμαντος έλληνας δάσκαλος να βγάλει έναν λόγο στους ναύτες τούτου του διηγήματος, σίγουρα θα ανέφερε ότι έχουν την τιμή να υπηρετούν στο νησί του Αίαντα, που μετά από τόσους ηρωϊσμούς έγινε ρεζίλι ανάμεσα στους Ελληνες, γιατί μέσα στην παραφροσύνη του επιτέθηκε εναντια σε ένα κοπάδι γουρουνιών και άρχισε να τα σφάζει.
Η άλλη εκδοχή είναι εκείνη που εικονίζεται στο διήγημα αυτό. Παθητικά και άβουλα πλάσματα που είναι ικανοί να διαπράξουν ακόμα και την πιο μεγάλη βαρβαρότητα, όταν κάποιος τους εξουσιάζει και τους διατάξει. Ετσι λιανίζουν τα σκυλιά και τα γατιά του νησιού.
Η βαρβαρότητα της σφαγής της γάτας την ώρα που γεννούσε τα μικρά της τονίζει την απομάκρυνση του αφηγητή από την καθημερινή πραγματικότητα και τις θεβαιότητές της.
Έχοντας αποκοπεί από τους άλλους, ο αφηγητής πρέπει να βγάλει μόνος του νόημα από τις δυο αντιφατικές εικόνες που του παρουσιάζονται.
Πρώτα παρουσιάζονται οι νεοσύλλεκτοι και τους συνοδεύει ένα γεμάτο περιφρονητικά υπονοούμενα σχόλιο για τον τρόπο που πέτυχαν να υπηρετήσουν σ’ αυτή την προνομιακή γι’αυτούς υπηρεσία του ναυτικού, μόλις δέκα χιλιόμετρα από την Αθήνα.
Αποστολή να «καθαρίσουν» τον κόσμο από τους αδέσποτους σκύλους και γάτες.
Η υπόθεση εξαρτάται από το αν ο αφηγητής θα δεχτεί ότι αυτό που κάνει να είναι ζήτημα τιμής και όχι δειλίας.
Εισάγει ως συμβολο αποκτήνωσης τον σαδιστή ναύτη να ερεθίζει έναν σκύλο και μια γάτα ώστε να ξεσχίζονται όταν τα βάζουν μαζί στον ίδιο χώρο.
Στο σημείο, όμως, αυτό ο αφηγητής έρχεται αντιμέτωπος με μια αλλιώτικη εικόνα του,
και το σύμβολο της συμπάθειας σκυλί μετατρέπεται από τελετουργικό αντικείμενο σε κωμικό αντικείμενο, στοιχείο μιας κοινότοπης και γελοίας «διασκέδασης».
Το προβλημα που απεικονίζει το διήγημα είναι ότι αποδίδει νοήματα, ενώ το σύστημα της γνώσης μας εμάς των Ελλήνων, δεν έχει πρακτική ισχύ.
Στο βάθος αυτό που παρουσιάζεται στο διήγημα θέλει να πει ότι κάθε επιλογή που κάνει ο ήρωας απέναντι σε ένα σύμβολο του πολιτισμού είναι είτε ένας κίνδυνος, είτε ένα άνοιγμα, και αυτό το πράγμα προκαλεί αγωνία.
Ο,τι γίνεται είναι ένα σύμβολο αμφισημίας και θέλει να πει ότι κάθε επιλογή που κάνει ο ήρωας απέναντι σε ένα σύμβολο του πολιτισμού είναι είτε ένας κίνδυνος, είτε ένα άνοιγμα, και αυτό το πράγμα προκαλεί αγωνία.
Ο συμβολισμός του λοιπόν δεν είναι σαφής και συνεπώς από την πλευρά του αναγνώστη απαιτεί μια ενεργητική ερμηνεία. Βλ. ISER Wolfgang, 1976, L’acte de lecture, thιorie de l’effet esthιtique, Bruxelles, ιd.Mardaga, p.270
Γιατί μια νέα συνείδηση θα αποκτηθεί μόνο με τη διασταύρωση δυο πνευμάτων, του συγγραφέα και του αναγνώστη, και ο ήρωας την κατακτά με τη στάση του απέναντι σε δύσκολες καταστάσεις της ζωής.
Ο αναγνώστης στο τέλος μιας τέτοιας ανάγνωσης, τροποποιεί την αντίληψή του και τον τρόπο να βλέπει τα πράγματα μέχρι τώρα.
Εδώ η φαινομενολογική άποψη υποστηρίζει ότι η αρνητικότητα του κεντρικού προσώπου μπορεί να ερμηνευτεί ως δυσπιστία απέναντι στην ιδεολογία, διότι διαπιστώνει ότι δεν ισχύουν γύρω του οι αξίες και ότι τα πράγματα που τον περιτριγυρίζουν δεν συμφωνούν με όσα διαδίδει η ιδεολογία.

 

 

3. Υφολογιας -Η καινοτομία της ύφολογιας από το 1960 εστίασε στο αντωνυμικό συστημά

Ασχολείται τόσο με την ανάλυση του κειμένου (όπου ανήκουν τα «κατανοούνται») όσο και με την ανάλυση του λόγου (discours όπου ανήκουν τα «εκφέρονται»).
Το αντωνυμικό συστημά των πρώτων σελίδων «εγώ» για τον αφηγητή, «εμείς» για την παρέα του, «αυτός» εκδηλώνεται με τους εξής τρόπους: το καλλιτεχνικό επινόημα με την επιμονή να παρουσιάζει γεγονότα- απομακρύνει από την αλήθεια του πραγματικού.
Από την άλλη η φανταστική κουβέντα κατορθώνει να θολώσει, και να αποκρύψει τις πραγματικές ιστορικές διαδικασίες.
Αυτό παρέχει την κάθετη υπέρβαση που επιτρέπει να δούμε πώς απειλούνται αξίες από την άνοδο του καθημερινού ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΡΕΒΛΟΥ ΛΟΓΟΥ.
Εδώ η λογοτεχνία θεωρείται και λειτουργεί ως προϊόν της δη-μιουργίας του ταλέντου .
το ισχυρότερο σημείο της υφολογίας,
απομα-κρυνθηκε από την αντίληψη της γλώσ-σας ως μέσου επικοινωνίας,
Αλλά παρουσιάζει τη λογοτεχνία ως ένα γλωσσικό κατασκεύασμα που δεν έχει άμεσες συνέπειες στον πραγματικό κόσμο. Και θέτει λοιπόν τη διαφορά ανάμεσα στην επικοινωνιακή και τη λογοτεχνική γλώσσα.

 

4. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ που θα έδινα εγώ στο ίδιο αυτό αφήγημα ΜΠΑΜΠΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Ξεκινώντας από την ανάλυση του λόγου, το κείμενο αυτό μοιάζει με αλληγορικό μύθο, μια παραδοσιακή λογοτεχνική μορφή που έχει έναν ελαφρά συγκαλυμμένο και επομένως εύκολα αποκαλυπτόμενο νοηματικό πυρήνα. Το διήγημα είναι μικρό και ο έλληνας αναγνώστης έχει τη «φυσική» τάση να πιστεύει ότι όσο πιο σύντομο είναι το λογοτεχνικό κείμενο τόσο πιο συμπαγής είναι η νοηματική του ενότητα.
Αυτή η μορφή τελικά είναι υπακούουσα στο θεσμικό κανόνα της λογοτεχνίας.
Στην πραγματικότητα αυτή η προδιάθεση του έλληνα αναγνώστη είναι κοινωνικά εξαρτημένη, είναι ένα κοινωνικό παράγωγο, δεδομένου ότι ο τύπος τέτοιων διηγημάτων αποτελεί κοινή σχολική εμπειρία.
Αλλά η ανάλυση μόνο του λόγου δεν μπορεί να μας δώσει πλήρη ερμηνεία του νοήματος
Η απόσταση που δείχνει την πρόθεση να κρατήσει ο συγγραφέας από τη λαϊκή γνώμη εκδηλώνεται και με την εμμονή του να παρουσιάζει πράξεις απίστευτης σκληρότητας και με την πεποίθηση του ότι το καλλιτεχνικό επινόημα είναι κάτι που προέρχεται από την αλήθεια του πραγματικού.
Το σκηνικό και η υπενθύμιση των πανανθρώπινων αξιών υποδηλώνει μια ιδέα του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού ότι κάτω από τη βαρβαρότητα ίσως υπάρχει ένα οικουμενικό ιδεώδες.
Το διήγημα παρουσιάζει δυο ομάδες ανθρώπων, τους απλούς ναύτες και τον εξουσιαστή τους, που οικειοποιείται το πνεύμα απόλυτης υποταγής που περνά ο στρατός στους στρατευμένους σε μια
σχέση εξάρτησης και σύγκρουσης.
Ως ολοκληρωτικά συστήματα αλληλοαναιρούνται, αλλα παρ’όλα αυτά κατορθώνουν να συνυπάρχουν
Η ειρωνική απόσταση που κραταει ο συγγραφέας σε αυτή την αφηγηση παρέχει την κάθετη υπερβαση που μας επιτρέπει να δούμε πώς απειλούνται οι ανθρωπιστικές αξίες.
Ανάλογο συμβαίνει με το λογοτεχνικό είδος του νατουραλιστικού διηγήματος που διαβάζεται ως κάτι φυσικό. Αυτή η τάση των αναγνωστών είναι κοινωνικό παράγωγο
Το τέχνασμα του ζώου που μιλάει (ένα στοιχείο κοινό στους μύθους του Αισώπου, αποτελεί μια πρόσθετη ενίσχυση τικ έννοιας ενός «οικουμενικου» ανθοώπινου λόγου·
Οπου το ζώο λειτουργεί σαν να ήταν εξανθρωπισμένο, ένα έλλογο φερέφωνο αφηρημένων εννοιών
Θα δούμε ότι το διήγημα μοιάζει περισσότερο με λαβύρινθο παρά με έναν ολοκάθαρο καθρέφτη τηο αλήθειας ή ένα διάφανο περιτύλιγμα ενός και μόνο νοήματος.
Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά, η γλώσσα του ελληνικού ανθρωπισμού να μεταδίδοντα αξίες με σαφήνεια αμφισβητείται κυρίως με το επινόημα της παθητικής συναίνεσης των απλών ναυτών στην αθλιότητα του αρχηγού τους. Η σιωπή τους υπονομεύει κάθε αξία που υποτίθεται ότι μπορεί να προέλθει μόνον από τον αφηγητή και τη «λογοτεχνία», γιατί ακυρώνεται σε μιά ανθρώπινη μάζα χωρίς αξίες.
Ετσι η γλώσσα του αφηγητή συγγραφέα καταλήγει να αποδειχθεί άχρηστη να πολεμήσει αποτελεσματικά τον κοινό στρεβλό λόγο που διαπερνά την ανθρώπινη μάζα.
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΗΣ, ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΚΑΙ ΕΞΩ, ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
Το κριτήριο είναι : αν η γλωσσική αυτή χρήση παραπέμπει προς τα πίσω, στο Κάι κάι τον τίτλο, τότε είναι μια ενδοκειμενική αναφορά, οπότε συνδέεται με το κείμενο, ενώ αν οι εδώ εκφράσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από το κείμενο, τότε η δείξη συνδεέται περισσότερο με ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΚΑΝΑΛΙΟΥ ΑΛΦΑ ΓΙΑ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΥΣ ΣΚΥΛΙΩΝ, ΓΙΑ ΣΚΥΛΟΜΟΝΟΜΑΧΙΕΣ παρά με το κείμενο.
Βαθύνουμε περισσότερο στην διάκριση ανάμεσα στο «εκφέρονται από το συγγραφέα» και το «κατανοούνται από το συγγραφέα και από τον αναγνώστη».
Το «εκφέρονται» αναφέρεται στις λέξεις που έχουμε μπροστά μας στο κείμενο όπως είναι γραμμένο.
Το «κατανοούνται» υποδηλώνει μια πρόθεση που έχει ο συγγραφέας απέναντι στο κοινό του και είναι η ελληνική βιωμένη από τον κόσμο γλώσσα.
Ο λόγος που αρθρώνει το «ανθρωπινό» ζώο ωθεί προς την αναζητηση μιας ελπίδας σε αυτή την «βαρβαρότητα που διατρεχει τον κόσμο».
Ωστοσο, φϋάνει σ’ έναν παράλογο βαθμό πίστης σε κάποιες αξίες ανθρωπιάς.
Οι ρητορείες περί πανανθρώπινης βελτίωσης που υπονοούνται στο λόγο του σκυλιού στο τέλος του αφηγήματος έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με τη δυνατότητα που υπάρχει να εγκαθιδρύσει κανείς την ανθρωπιά στον κόσμο, γιατί αυτός θα είναι ο λαός, που όμως με την παθητική του στάση ακυρώνει κάθε τέτοια ελπίδα, ότι μπορεί κάποτε να αλλάξει στάση και να ονειρευτεί το «υποκείμενο» του Διαφωτισμού. Υποσκάπτεται κάθε ελπίδα από την επίγνωση ότι και η «γλώσσα» του αφηγητή είναι ανίσχυρη μπροστά στην πραγματικότητα μιας ξεδιάντροπης κατάστασης που έχει αποβλακώσει τα πάντα.
Βέβαια, η γλώσσα του ζώου είναι η γλώσσα του ανθρωπισμού. Αμφισβητείται όμως η γλώσσα αυτή με την μετάθεση της προσοχής μας στην αποκάλυψη των από το συγγραφέα σαδομαζοχιστικών σχέσεων που υπονομεύουν τη ρητορική και δείχνει να λειτουργεί μέσα στα συμφραζόμενα μιας μάζας χωρίς αξίες .
Η γλώσσα του σκυλιού καταλήγει λοιπόν να αποδειχθεί άχρηστη: η προσπάθεια της να δημιουργήσει ένα κύκλωμα εκτίμησης ανάμεσα στον ομιλητή και τον ακροατή/αφηγητή υποσκάπτεται από την ειρωνεία της επίγνωσης ότι η γλώσσα αυτή είναι ένα μονότονα επαναλαμβανόμενο παιγνιδι-σύμβαση ανίσχυρο απέναντι στην υλική πραγματικότητα της εξουσϊας
Αρα το κείμενο αυτό δεν είναι μια αλληγορία με μια ενιαία σημασία που βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, αλλά δημιουργει μια σειρά από αντιφάσεις-που ανατρέπουν την εικόνα της «ξεκάθαρης» γλωσσας ως έγκυρου φορέα ενός σαφούς νοήματος.
Η γλωσσά του κείμενου απεικονίζει αλλά και επιτελεί αυτή την ανατροπή
Θεωρώ λοιπόν ιδεολογικό το γεγονός της προτίμησης ενός ορισμένου γούστου από τους λογοτεχνικούς θεσμούς της Ελλάδας. Γιατί φαίνεται ότι ο συγγραφέας που βραβεύεται κάνει μεν μια τομή με το ιδεολογικό παρελθόν της τέχνης του, αλλά όχι τη σωστή τομή.
Το πώς όρισαν αυτοί οι μυθιστοριογράφοι και αυτοί οι κριτικοί το μυθιστόρημα οφείλεται σε δοσμένες κάθε φορά πρακτικές. Υπήρξε ο εκάστοτε ορισμός μια στρατηγική.
Αν οι συγγραφείς μετά το 1993 ήταν σωστοί, τότε θα εξέταζαν τα μέσα του λογοτεχνικού πεδίου, δηλαδή τους κανόνες του, με άλλα λόγια την μορφή εξουσίας, που επενδύεται σ’αυτούς..
Και μάλιστα θα έβλεπαν τόσο την επάνω εξουσία, αλλά και την κάτω, γιατί η εξουσία κατέχεται μεν από τους επάνω, αλλά ασκείται από όλους.
Η κυρίαρχη χρήση των βραχυλογικών περιγραφών –ερμηνειών των περιστατικών σφαγής των ζώων από τους κληρωτούς μπορεί να εξηγηθεί αν τη συγκρίνουμε και με το κείμενο και με τον εξωτερικό κοινό λόγο στην Ελλάδα.
Αλλά και η αντιγραμματικότητα που εισάγεται με την ανθρώπινη ομιλία που κάνει ο ταλαιπωρημένος σκύλος, που στη συνηθισμένη γλώσσα της επικοινωνίας δεν συνηθίζεται, αυτή η αντιγραμματικότητα ως παραβίαση της σύνταξης δημιουργήθηκε για να αποδώσει καλύτερα το θέμα της σχέσης ανάμεσα στους χαρακτήρες πομπούς και τους χαρακτήρες δέκτες του αφηγήματος, δηλαδή στη «βαθιά» δομή του λόγου. Ας το δούμε:
«Τα λιάνιζε για πολλή ώρα, βρίζοντας. Η γάτα γρήγορα έπαψε τα νιαουρίσματα κι ο σκύλος έσυρε το σπασμενο σώμα του, σκέπασε το νεκρό σώμα της γάτας κι άρχισε σιγανά κλάματα και παράπονο.
Κάι, κάι, κάι, θεούλη μου. Κάι, κάι, σου προσπέφτουμε. Δεν κάναμε τίποτα, δεν ξέρουμε τίποτα. Πατούμε τούτα τα λίγα μέτρα χώμα, με γυμνά πόδια μες στο κρύο, τον τρόμο και την τρέλα. Δες τα μάτια μας, θεούλη μας. Τίποτα δε θέλαμε,
μόνο λίγη ξενοιασιά. πατερούλη μας. Άγνωστα, σκοτάδια, χάος.
Φώτισε λίγο τα ματάκια μας, θεούλη μου, και μη μας
βασανίζεις άλλο.
Κάι, κάι, Κάι, κάι, θεούλη μου, μη άλλη τιμωρία.
Κάι, κά Κάι, κάι, ι,…»
Χρειάστηκε ο συγγραφέας να φτιάξει μια άλλη γραμματική κατάλληλη να αναπαραγάγει τις παραπάνω συγκεκριμένες σχέσεις, και έτσι αναγκάζει την προσοχή του αναγνώστη να αναθεωρήσει την ώς τότε αυτονόητη γλωσσική συνήθεια να μιλούν οι άνθρωποι για σκυλιά βιαστικά, χωρίς να σταματάνε καθόλου στο θέμα.
Ωστόσο για να αφαιρέσουμε την αοριστία όσων λέγονται στο αφήγημα αυτό, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα «συμ-φραζόμενα»
Το πρώτο που θα μας φωτίσουν τα κοινωνικά συμφραζόμενα είναι το ότι μια τάση λογοτεχνική στο ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο δεν θεωρεί τη λειτουργία του έργου ουδέτερη, αλλά τη θέλει να υπονοεί και συνδηλώνει κοινωνικά προβλήματα.
Αλλά τότε δεν είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε τη συμμεριζόμενη με άλλους πρόθεση του συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου από τήν τελική δομή του έργου του.
ΕΞΗΓΗΣΗ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
Ως γνώση της παραγωγής λοιπόν :
Και εάν αποδειχθεί ότι η λογοτεχνία που μιλάμε είναι παραγωγή, αυτό αποκλείει να τη δούμε ως προϊόν του «ταλέντου» που προορίζεται για κατανάλωση.
Ο συγγραφέας, στην προκειμένη περίπτωση ο Σωτήρης Δημητρίου, είναι κάποιος που δεν γέννησε εκ του μηδενός ένα φανταστικό έργο, αλλά μεταμορφώνει με τη δουλειά του συγκεκριμένα υλικά που προϋπάρχουν, και φυσικά και τη γλώσσα, σε συγκεκριμένο προϊόν (το λογοτεχνικό κείμενο):