Archive for the Category » ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ «

Demande à l’ Ambassadeur de Belgique à Athènes, 27-9-1997

Les contradictions dans le rapport d’ HENRI TONNET

vendredi, juin 13, 1997 ( dâte de ma prémière

demande )

samedi, septembre 27, 1997                                                                               

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ, 23/7/2010.
ANTINOMIE DANS LE RAPPORT MEME D’ HENRI TONNET : Οι προκείμενές του βρίσκονται σε αντίθεση με το συμπέρασμά του, μέσα στην κρίση του για το γαλλικό βιβλίο μου. Αρχίζει λέγοντας : «LE SUJET DE M. MICHAELIDES PRESENTE UN INTERET EVIDENT κλπ». Με άλλα λόγια ο κ. Τοννέ λέει ότι η μελέτη του Μιχαηλίδη είναι συνθετική, τη στιγμή που λείπει μια τέτοια μελέτη από τη νεοελληνική γραμματολογία, αφού ακόμα και οι εργασίες του Μ.Μερακλή και του Α. Αργυρίου είναι αποσπασματικές. Επίσης λέει ότι η επιλογή των αντιπροσωπευτικών μυθιστορημάτων που έκανα είναι σωστή. Επίσης και ο χαρακτηρισμός της τεχνοτροπίας κάθε μυθιστορήματος είναι σωστός κατά τον κ. Ανρί Τοννέ. Επίσης θεωρεί εντυπωσιακή την πληθώρα παραθεμάτων,που προέρχεται ακόμα και από τον καθημερινό τύπο. Επίσης ο κ. Τοννέ εκτιμά ότι καλώς συνέδεσα το μυθιστόρημα αμφισβήτησης με τις συγκυρίες της εποχής, όπου γεννήθηκε. Αν μάλιστα είχε διαβάσει λίγο για τη θεωρία του παιγνιδιού ο κ. Ανρί Τοννέ, θα έβρισκε ότι και η θεωρητικοποίησή μου για την «οπτική αμφισβήτησης» είναι σωστή και ξεφεύγει από τα τετριμμένα και γενικόλογα, που συνήθως γράφονται και που όλα πηγάζουν από τον Μαρξ των «νεο»-ρομαντικών νεανικών χειρογράφων εναντίον του καπιταλισμού. Βλ. σχετικά τη μελέτη του LOWY. Οι τέτοιες προκείμενες λοιπόν που γράφτηκαν για μένα από την πένα του κ. Ανρί Τοννέ έρχονται σε πλήρη αντίφαση με το συμπέρασμά του για μη αποδοχή της διδακτορικής μου διατριβής.

CASE STUDY METHOD:
Τα παρακάτω ντοκουμέντα συγκροτούν ψηφίδες μιας εφαρμογής της CASE STUDY METHOD, που θεωρήθηκε στις ΗΠΑ ως η ανώτερη μορφή κοινωνιολογικής έρευνας. Εδώ ερευνάται η μορφή δράσης μιας τυπικής ομάδας ελίτ, ενός θεσμού, που επιλέγει τα στελέχη για τις επίζηλες θέσεις στη χώρα μας, μέσα από στοιχεία που αφορούν ποικίλες πλευρές του ιδίου φαινομένου. Η παρακάτω αναφερόμενη ομάδα των «επιλέκτων», που κρίνει στις επιτροπές του ΥΠΕΠΘ, συγκροτείται από διακομματικά και διεθνικά μέλη και συγκεντρώνει κάθε δυνατή εξουσία και σχεδόν κάθε μέσο (διοικητική, πολιτιστική, εκτελεστική), όπως συνέβαινε στο όψιμο Βυζάντιο με το θεσμό του στρατηγού. Τα σχετικά ντοκουμέντα εκτείνονται στο διάστημα μιας δεκαετίας. Οι τέσσερις απορρίψεις των τακτικών τους από το Διοιητικό Εφετείο Αθηνών, οδήγησαν τελικά στην αλλαγή του σχετικού νόμου για την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων του εξωτερικού.
ΟΣΟΙ ( 1995 -2002) ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΘΕΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΣΕ ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΧΩΡΕΣ, ΕΙΧΑΝ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ! Ο κ. HENRI TONNET ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ κ. Χ. , ΠΡΟΕΔΡΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΥ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΠΕΛΕΞΕ ΤΗΝ κ. Α.Α. ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΧΕΙ ΓΡΑΨΕΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ. Ο κ. JACQUES DUBOIS, ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΥΠΟΨΗΦΙΑ ΜΟΥ,  κ. Α.Α., ΔΙΟΤΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ, ΩΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, ΤΟ 1995, ΚΑΛΕΣΕ ΤΟΝ κ. JACQUES DUBOIS, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΗΝ ΕΙΧΕ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ, ΣΕ ΔΕΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ. Ο κ. Δ., ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ ΤΟ 1998 ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ, ΠΟΥ ΜΕ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕ ΤΟ 2002, ΓΝΩΡΙΖΟΤΑΝ ΚΑΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΥΝΥΠΟΨΗΦΙΑ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΤΕΛΑΒΕ ΤΗ ΘΕΣΗ. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΑ ΤΟΝ  κ. Δ. ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ, ΣΥΝΟΔΕΥΤΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ κ. Α.Α. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΑΛΙΣΤΑ, ΤΟΥς ΕΙΔΑ ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ, ΕΝΩ ΕΚΑΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΕ ΒΕΛΓΟΥΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΑ ΧΩΡΑΤΕΥΟΝΤΑΣ : «ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ». ΚΑΙ ΚΕΙΝΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ.  

ΤΟ ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΝΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ ΤΟ 1998 ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΜΕΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ κ. Χ ΠΟΥ ΕΠΕΛΕΞΕ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΓΙΑ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΗΝ κ. Α.Α.ΜΕ 63 ΜΟΝΑΔΕΣ, ΕΝΩ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΑΝΤΕΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ. ΣΤΗΝ κ. Α.Α ΕΒΑΛΕ 34 ΜΟΝΑΔΕΣ, ΕΝΩ ΣΕ ΜΕΝΑ, ΤΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ,ΕΒΑΛΕ 38 ΜΟΝΑΔΕΣ (ΒΛ. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΦΕΚ 40, ΤΕΥΧΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, ΣΕΛ. 433). ΕΤΣΙ Η κ. Α.Α.ΠΗΡΕ ΤΗ ΘΕΣΗ, ΠΑΡΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΚΑΤΙ ΦΥΛΛΑΔΙΑ, ΟΥΤΕ ΕΙΧΕ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟ ΔΙΠΛΩΜΑ.
 

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ, ΚΑΙ Ο HENRI TONNET ΚΑΙ Ο κ. Χ. ΝΑ ΖΗΤΗΣΟΥΝ ΝΑ ΑΠΕΧΟΥΝ ΑΠΟ ΕΠΙΤΡΟΠΈΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΡΙΝΑΝ ΕΜΕΝΑ, ΓΙΑΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΣΑΦΩΣ ΥΠΟΨΊΑ ΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΑΝ ΗΞΕΡΕ Ο κ. ΗΕΝRΙ ΤΟΝΝΕΤ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΘΕΣΗ. ΕΞΑΛΛΟΥ ΕΓΩ ΔΕ ΘΑ ΕΦΤΑΝΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΓΙΑ ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΕΝRΙ ΤΟΝΝΕΤ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ: ΤΟ ΝΑ ΥΠΟΒΑΛΕΤΕ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΕΝΑ Λ. ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΠΟΙΟΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.

ΑΠΌ ΤΗΝ ΆΛΛΗ ΕΊΝΑΙ ΤΟΥΛΆΧΙΣΤΟ ΠΑΡΆΔΟΞΟ ΝΑ ΑΣΚΕΊΤΑΙ ΑΠΌ ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΌ IΔΡΥΜΑ ΚΡΙΤΙΚΉ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΛΈΤΗ, ΕΠΕΙΔΉ ΔΕ ΣΥΜΦΩΝΕΊ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΈΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΙΤΉ. ΤΟ ΣΩΣΤΌ ΕΊΝΑΙ ΝΑ ΚΡΊΝΕΤΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΊΑ Ή Η ΑΠΌΣΤΑΣΗ ΑΝΆΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΌΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΈΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΚΆ ΜΈΣΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΉΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΕΒΑΙΏΣΟΥΝ. ΜΠΟΡΕΊ ΚΑΝΕΊΣ ΝΑ ΔΕΙ ΕΔΏ ΤΗΝ ΈΚΘΕΣΗ ΤΟΥ JURY ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΊΟΥ ΤΗΣ ΛΙΈΓΗΣ ΤΟΥ 1996
ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΑΣΜΌ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΜΙΧΑΗΛΊΔΗ ΚΡΙΝΑΊΟΥ, ΟΠΟΥ ΑΝΑΙΡΕΊ ΛΕΞΗ ΠΡΟΣ ΛΕΞΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΆΝΩ ΕΚΘΕΣΗ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΊ ΚΑΝΕΊΣ ΝΑ ΔΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΊΔΑ ΟΛΌΚΛΗΡΟ ΑΥΤΌ ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΚΑΙ ΝΑ ΚΡΊΝΕΙ.

ΠΡΌΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΆΠΤΥΞΗ ΜΙΑΣ ΥΠΌΘΕΣΗΣ, ΠΟΥ ΕΠΑΛΗΘΕΎΕΙ ΤΙΣ ΘΈΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΈΣΑ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΌΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΌΔΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΊΑ ΕΞΕΤΆΖΕΙ. ΕΝΏ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΙΤΗ ΤΟΥ κ.JACQUES DUBOIS ΚΑΝΕΙ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΕΚΘΣΕΗ ΙΔΕΩΝ, ΤΕΤΟΙΩΝ ΠΟΥ ΝΑ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΛΙΓΟ ΑΠΌ ΑΛΛΑ ΑΝΑΛΟΓΑ ΕΡΓΑ. ΚΑΙ ΕΊΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ΌΤΙ Ο κ.JACQUES DUBOIS ΑΓΝΟΕΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ.

ΤΟ ΠΙΟ ΣΟΒΑΡΟ ΑΠΟ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΩΝ ΕΛΙΤ, ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ.

ΚΑΛΑ ΒΑΛΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ, ΑΦΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΟΡΥΑΛΩΤΟΙ ΟΙ ΑΠΕΞΩ, ΑΛΛΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΕΜΦΑΝΙΖΕΙΣ ΚΑΙ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΑΡΟ.

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙ ΤΙ ΑΞΙΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΛΙΤ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΜΕ «ΠΑΡΑΠΟΙΗΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ». ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Η ΧΩΡΑ ΕΔΙΝΕ ΓΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ «ΠΑΡΑΠΟΙΗΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ», ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΠΑΡΑΠΟΙΗΜΕΝΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΣΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑ! (Μιλάω για τη φράση «The game is over»των επικεφαλής της ΕΕ προς τον Υπουργό, κ. Παπακωνσταντίνου, το Φθινόπωρο του 2009)

ΥΓ. Πάντως ευχαριστώ για το γεγονός ότι η βελγική πρεσβεία έστειλε μια απάντηση.               

 

                                                                                                                     

   A  votre Excellence Mr. l’ Ambassadeur de  Belgique  à AthènesCette demande devrait être communiquée au Ministère de l’ Enseignement de la Belgique 
Michaelides Charalambos, docteur ès lettres ( Diplôme de l’ Ecole Philosophique de l’Université d’ Athènes, daté de 1983)  
   
Αθήνα Νεμέας 12  
tél. 00301 5121409  

 

Monsieur l’ Ambassadeur

Je suis inscrit en 1991 à l’Université de Liège et, en application de l’ A.R. du 30-9-1984, mon dossier ayant été examiné par la Faculté de Philosophie et Lettres, un avis favorable a été émis sur mon admission à l’épreuve unique du grade scientifique de docteur en Philosophie et Lettres. Mon droit d’accès à l’épreuve unique a été fondé sur le titre de doctorat fourni par la Faculté de Philologie de l’Université d’Athènes,  déposé en octobre 1991 au service des inscriptions de l’Université de Liège.

J’ avais soumis, il y a quelques mois, ma thèse de doctorat, aux cinq membres du Jury convoqué pour la première fois en octobre 1996 par le Doyen de l’ Université de Liège..

Le Jury m’a demandé de reécrire toute une série de passages de mon texte.

Et moi, une fois de plus, j’ai corrigé laborieusement même des endroits bien établis suivant les instructions du jury :

Le titre récemment modifié de mon travail  est le suivant : “ Pour une interprétation du renouveau du genre narratif  en Grèce 1970-1990”. Il a été adapté à l’objet de mon étude.

Les traductions des larges extraits des romans grecs sont corrigées.

Les citations des écrivains grecs sont corrigées aussi. 

Les instructions des membres du jury sont respectées.

Tout le texte est revu et remanié. 

De toute évidence, il s’agit d’un travail de grande ampleur, comme dit dans son rapport monsieur Jacques Dubois.[1]

Pourtant une série d’inconveniants ont eu lieu depuis. Lorsque; en juin 1996; j’avais visité mr. Jacques Dubois, le Directeur de ma thèse, pour déposer mon manuscrit, alors mr. Dubois, m’a abandonné en me disant qu’il se dégage. Pourtant, un mois plus tôt il m’avait encouragé en me disant “ Ca ira”.  J’ ai enregistré avec sa permission cet accord sur une cassette.

Il m’avait renvoyé, quelques jours plus tôt; à monsieur André Deisser, professeur en philologie classique. Oui, monsieur André Deisser n’a fait son apparition en tant que dirigeant de ma thèse qu’au dernier moment, un peu avant mon départ de la Belgique.

Il est évident que vous avez ici une imposture. Ces deux monsieurs voulaient, comme il paraît, m’abandonner, alors qu’ils étaient obligés de soutenir ma thèse.

A ma présence, mr. André Deisser se montrait toujours poli et acceptait volontiers mes remarques sur la littérature et la langue grecque. Je lui avais montré par exemple- dans un bistrot près de l’Université de Liège où nous étions accompagnés par une professeur grecque, mme Katia Drakopoulou- les phénomènes grammaticaux provoqués par la disparition du j , du F  et du s entre deux voyelles.  Je lui parlais aussi, chaque fois que je le rencontrais aux amicales, de la littérature grecque moderne, totalement inconnue à lui sauf deux romans de Menis Koumantaréas et un roman de Panselinos.

Lorsque j’ai commencé à prendre conscience du fait que ces monsieurs ne connaissaient pas les livres cités par moi dans mon travail,  il n’était pas possible de  changer les conditions de mon étude. J’y étais piégé.

Ni monsieur Jacques Dubois, ni monsieur Deisser ne connaissent rien sur la doctrine  sociologique de l’interactionnisme. Ils ne sont pas non plus soucieux des questions d’esthétique que le chercheur doit résoudre, lorsqu’il étudie n’importe quel phénomène littéraire. Ils prennent les oeuvres littéraires  comme simplement existantes.

Je vais néanmoins mettre en évidence que mr. Dubois, le Directeur initial de ma thèse, me roulait en me conduisant à travailler pendant cinq ans et à gaspiller mon temps sans gagner rien du tout. D’autre part, il a utilisé le matériau de mon travail pour créer son livre intitulé “Le roman célibataire”. Même le titre renvoie au titre de mon travail “Le roman contestataire grec”.

Il y a au moins vingt points dans le livre cité qui sont emprûntés à ma dissertation.

Enfin, le jury truqué[2], constitué par la Faculté de Philosophie et  Lettres de l’ Université de Liège a jugé, en novembre 1996, mon travail et m’a demandé de corriger les défauts.

Monsieur l’ Ambassadeur

Je vous demande de faire toutes les démarches convenables et de dénoncer les actes de l’Université de Liège  qui m’ont provoqué un sinistre très important.

Je vous demande de communiquer ma demande au ministère de l’Education de la Belgique et à l’ Université de Liège.

 

P.S.:  Même si je laisse de côté les dépenses et les efforts que j’ai faits, il reste le dommage du temps perdu et c’est cela qui compte le plus.

Je vais communiquer cette affaire à la presse et à la télé, ici et en Belgique.

En attendant vos démarches, je vous prie d’agréer, Monsieur l’ Ambassadeur, l’expression de mes sentiments distingués .

 

                                                                                                                                                                              Charalambos Michaelides

 

Je vous envoie les jugements du jury du novembre 1996.

Rapport d’ HENRI TONNET,

Professeur à I’Institut National des Langues et

Civilisations Orientales (Paris) sur la recevabilité de la thèse de Doctorat de Monsieur Charalambos MICHAELIDIS intitulée Pour une saciocrttique du roman contestataire hellénique.

Le sujet de M. Michaelidis présente un intérêt évident. Il s’agit d’étudier un échantillon de romans grecs récents écrits entre 1970 et 1990, que l’auteur regroupe sous le genre du roman contestataire. Il suffit de lire les travaux encore fragmentaires de la critique grecque sur cette période (ceux d’A. Argyriou et de M. Méraklis, par exemple) pour constater que nous manquons d’une étude d’ensemble vraiment synthétique dans ce domaine. Le choix qui est fait de dix romans, parmi lesquels certains très représentatifs de l’epoque comme L’or des fous de Maro Douka, 1993, paraît justifié ainsi que la caractérisation de chacune des oeuvres dans le Chapitre In intitulé «Analyses» (expressionnisme de Sourounis, réalisme à la première personne de Douka, naturalisme magique de Papachristos, formalisme de Geronymaki).

L’information bibliographique impressionne par sa richesse et sa variété. L’ helléniste apprécie le dépouillement des revues grecques de l’époque. De toute évidence Monsieur Michaelides a beaucoup lu et réfléchi en particulier sur la société et l’institution littéraire en Grèce durant les années qu’il étudie. C’est du reste ce dernier sujet qui lui fournit les développements les plus satisfaisants sur l’évolution du public, la marginalisation de certains auteurs, la constitution d’un «establishment» de la contestation littéraire autour du surréaliste Nanos Valaoritis, les bourses de la Fondation Ford, les éditions, en particulier «Kédros», et le groupe de presse Lambrakis. On apprécie aussi que l’auteur ait tenté de définir une évolution dans la période qu’il étudie, en signalant une coupure nette en 1982.

Les analyses d’extraits sont un peu moins satisfaisantes, en raison de la mauvaise qualité des traductions faites par I’auteur lui-même et qui auraient dû être revues par un francophone. En revanche la langue de I’exposé est dans l’ensemble convenable.

Σημείωση του Μπάμπη Μιχαηλίδη Κριναίου: Το βιβλίο που είχε υπόψη ο Ανρί Τοννέ, το διόρθωσα σε όλα τα σημεία του.

Mais ce qui n’est pas du tout au point, a mon avis, c’est tout ce qui ressort au genre de la these d’université. Le sujet d’ensemble reste flou et l’on ne trouve pas de définition claire et distincte de cette «optique interactionniste» qui semble être l’approche originale de M. Michaelides sur la littérature grecque.

En tout cas, le travail présenté ne correspond pas à la définition très réduite donnée, p.47, «Notre objectif n’est pas d’étudier l’histoire du récit grec pendant une vingtaine d’années mais d’expliquer les changements successifs dans Ies usages du terme «littéraire» en Grèce et d’élaborer une critique concrète.» Ni l’un ni l’autre de ces deux buts – dont le second est manifestement bien trop ambitieux – ne sont atteints.

Remarque de Michaelides  (  Ces remarques ne montrent que l’incompétence de votre juge de critiquer mon travail, puisqu’ il ne possède ni les connaissances nécessaires pour comprendre un phénomène aussi complexe que la production littéraire d’une période donnée, ni l’épistémologie interdisciplinaire pour y  acceder. Cela est apparent, lorsqu’on lit ses remarques; de plus, il avoue son incompétence à juger mon étude interdisciplinaire dans sa lettre qu’il m’a envoyée il y a deux mois pour s’excuser ( c’est le sens profond de sa lettre ) d’avoir soutenu le nouveau rejet de mon travail, corrigé et remanié, par le jury.)

En revanche les répétitions et les développements hors sujet abondent. On constate que certaines notes sont répétées in extenso dans le texte proprement dit. La liste des personnes primées par la Fondation Ford est reprise deux fois sans nécessité. Dans le détail la suite des points de l’exposé ne présente pas beaucoup de logique. On voit se succéder des résumés sur les diverses approches critiques, des chronologies sur les attentats terroristes en Grece, des développements connus sur la question de la langue telle que la conçoit M. G. Kalioris, un résumé des thèses de J.-F. Revel dans Ni Marx ni Jesus ou des considérations sur le jeu selon Pascal. Le développement de plusieurs pages sur la poesie de la période considérée, avec des citations de poèmes non traduits, n’a évidemment rien à faire avec le roman contestataire.

Σχόλιο του Μπάμπη Μιχαηλίδη Κριναίου σε αυτά τα σημεία: Ο αναγνώστης μπορεί να δει στο τελικό κείμενο που παραθέτω εδώ ότι αυτά τα λάθη τα έχω διορθώσει.

On peut dire que durant les deux premières parties (130 pages sur 400) on ne voit pas du tout où l’auteur veut en venir. La situation s’améliore dans la partie d’analyse, mais se détériore a nouveau, p. 270 et suivant., quand on en revient à l’ «optique interactionniste» et à l’opposition entre langage quotidien et langage contestataire. A nouveau la théorie a priori et la logomachie remplacent les considérations littéraires étayées sur l’étude des  textes.

Σχόλιο του Μπάμπη Μιχαηλίδη Κριναίου σε αυτά τα σημεία: Απλά ο κ. Τοννέ, όπως μου ομολογεί σε επιστολή που μου έστειλε και την παραθέτω εδώ, δε γνώριζε τίποτα από κοινωνιολογία. «Οπτική διαδραστική ή οπτική συμβολικής επικοινωνίας» είναι μια γλωσσική στάση, μια κοινωνική στάση, που ορθώνεται απέναντι στον «συνήθη λόγο της καθημερινής ζωής» και αυτό ίσχυε πάντα στη λογοτεχνία.

Δεν είναι μια κοσμοθεωρία, ούτε μια ψυχολογία, αλλά μια στάση, μια πράξη. Είναι η ίδια αυτή στάση, που αποτελεί τη βάση «της θεωρίας των παιγνίων», τόσο σημαντικής, ώστε με αυτήν απετράπη ένας πιθανός παγκόσμιος πόλεμος το 1962. Δεν είναι μια φωτογράφηση της ελληνικής κοσμοθεωρίας (του κοινού καθημερινού λόγου), αλλά μια άλλη θέση σε μια συζήτηση με αυτόν τον καθημερινό λόγο. Με άλλα λόγια είναι μια ανανέωση της «θεωρίας της δράσης». Πόσο πιο εύκολα να το πω. Και ο τελευταίος αμερικανός φοιτητής το καταλαβαίνει.

Απλά μετά το μικρό σε όγκο, αλλά μέγιστο σε επιδράσεις, βιβλίο του Ερβιν Γκόφμαν «Η παράσταση του εαυτού στην καθημερινή ζωή» ο ιντεραξιονισμός έγινε σχεδόν η κύρια κοινωνιολογική μέθοδος, που έχει φαινομενολογική βάση.              

Enfin les conventions matérielles de la présentation d’un travail de recherche sont traitées avec la plus grande désinvolture. Il  n’ y a aucun système dans la retranscnption du grec. Le même nom propre est écrit à une ligne de distance Méraklis puis Méraclis. Les noms anglais sont rendus à partir de leur orthographe grecque. C’est ainsi que Kimon Friar devient selon le cas Fréier ou Fraïer. Presque toute la bibliographie devrait être corrigée, car les dates des ouvrages qui y sont données sont celles des traductions grecques et non, comme il aurait fallu, celles de leur parution dans leur langue originale. Plus grave, pour le textes anciens et médiévaux M. Michaelidis ne fournit que la date de leur édition moderne. Longin semble avoir écrit le Du Sublime en 1927 et Bergadis son Apokopos en 1952. Quant aux titres de ces livres ils sont traduits en français à partir du grec sans que I’original grec soit donné ;or ces traductions ne sont pas toujours tràs heureuses : «La prose contemporaine» devient «La littérature prosaique contemporaine», «Notre langue évolue » est rendu «Notre langue s’évolue». Quant aux titres des oeuvres originales ils sont bien souvent maltraités, alors même que I’auteur aurait pu recopier la traduction française officielle dans le recueil La Grèce en français qu’ il cite.

La suite au prochain numéro devient La suite au suivant, CieI nuageux est transformé en CieI plein de fumée, Toi au moins tu es mort avant est rendu bien maladroitement Heureux, toi tu es tué Ie bon moment. Cités à Ia dérive devient (p.79) Cités ingouvernables. Et lorsque la traduction pose trop de problèmes à l’auteur, il se contente de retranscrire le titre en caractères latins, comme dans la liste, du reste parfaitement inutile, de la p.79, koromilia , Eosphoros, Kekarrnenoi, To Armenisma, To kaplani tis vitrinas. I1 arrive même que le titre grec du livre soit reconstitué approximativement à partir de la traduction française Andréas Fragias (!) La grille,  il s’agit evidemment du roman connu Καγκελόπορτα.

En conclusion, il me semble indiqué de demander à M. Michaelidis de supprimer tous les développements superflus et de corriger toutes les erreurs matérielles avant de lui permettre de soutenir sa these, qui par ailleurs n’est pas sans intérêt.

 

                                                                                                                                                       H. TONNET, Paris le 6 Octobre 1996

Jacques Dubois:  Rapport  sur la thèse de M. Charalambos MICHAELIDES, «Pour une sociologie du roman contestataire hellénique»

Ce travail de grande ampleur fait sans doute montre d’une connaissance vivante de son objet (le roman grec contemporain dans sa forme avant-gardiste) et des contextes de cet objet (champ littéraire, champ politique). II est par ailleurs riche en analyses partielles intéressantes.

Mais il souffre de différents défauts, dont deux m’apparaissent comme particulièrement rédhibitoires : 1″ du côté de la forme : les erreurs et maladresses touchant à la présentation du travail sont si nombreuses qu’elles affectent constamment la lecture du texte.

2″ du côté de la méthode : étant censé avoir dirigé ce travail sous I’angle de la méthode – d’une méthode se réclamant de la sociologie de la litterature, -je dois bien constater que, de ce point de vue, son auteur donne à voir un manque réel de maîtrise et beaucoup d’incohérence. De cette dernière, je relève ces quelques manifestations frappantes :

1) l’auteur confond en permanence la sociocritique (voir titre) et la sociologie des champs (Bourdieu) ou de I’institution (Dubois), deux approches qui sont peu compatibles ;

2) sa mise en oeuvre de la sociologie des champs laisse beaucoup à désirer: tout I’appareil conceptuel supposé par cette théone (dispositions / positions / prises de position ; habitus et champ ; etc.) est peu ou mal utilisé ;

 Remarque de Michaelides : Je n’ avais jamais l’intention de mettre en oeuvre la théorie du champ littéraire. Le lecteur peut fouiller tout mon travail; il ne trouvera rien qui justifie cette inadvertance impardonnable de monsieur Dubois. Il est évident qu’il n’a même pas lu mon ouvrage.

Σημερινή σημείωση του Μπάμπη Μιχαηλίδη Κριναίου. Η τοποθέτηση του κ. Ντυμπουά ήταν ζήτημα πράξης, όχι ζήτημα γνώσης. Με άλλα λόγια ήθελαν να με ξεφορτωθούν και πρόσθεσαν και μερικά για τα γλωσσικά μου λάθη στα γαλλικά, που τα διόρθωσα και δεν ήταν τόσο τρομερά. Ο ίδιος καθηγητής άλλωστε αγνοούσε πολλά πράγματα γύρω από τις κοινωνικές επιστήμες. Ρώταγε κάθε τόσο έναν βοηθό του για το κάθε τι. Πχ «Τι είναι ιντεραξιονισμός:». Και εκείνος απαντούσε ότι είναι μια σχολή ψυχολογίας. Είναι απίστευτα πράγματα. Δεν είναι όμως ο ίδιος που μιλάει μέσα από τα βιβλία του. Είναι ο θεσμός. Και έχει τον επίσημο ρόλο να διαδίδει το έργο του Ζωρζ Σιμενόν. Γι’αυτό είχε παρασύρει πολλούς στη ΒΔ Ευρώπη ότι το σοσιαλιστικό κόμμα πρέπει να διαδώσει την αγάπη για τα αστυνομικά μυθιστορήματα (genres Paralitteraires). Συγγνώμη για το λάθος τόνου, αλλά μου λείπει μια γαλλική γραμματοσειρά.

Demande

Mr. Dubois et mr. Deisser devaient soutenir un travail qui leur était connu et plusieurs fois corrigé selon leurs instructions.

Monsieur Dubois me roulait et, même quand il me disait  “ça ira”[3], son arrière-pensée était différente: se débarrasser sans scrupule de moi.

Etant donné que tous ces signes ci-dessus ne montrent qu’une seule chose: une prise de décision a priori, vous devez procéder à la reconnaissance due à mon travail. 

 

En attendant vos démarches, je vous prie d’agréer, Monsieur l’ Ambassadeur, l’expression de mes sentiments distingués .

                                                                                                                                                                         Charalambos Michaelides

 

 

 


[1] Voir plus bas le Rapport de mr. Jacques Dubois.

[2] Toute cette affaire est une aventure lamentable. Les deux monsieurs que je cite plus haut ont délibérement rejeté un travail qu’ils étaient obligés de soutenir, puisqu’ils étaient les directeurs successifs de ma thèse..

[3] J’ai en ma possession sa déclaration enregistrée sur une discette.

Το δημοσίευμα αυτό της Ελευθεροτυπίας δεν είναι το μόνο που διαπιστώνει τον ενδημούντα νεποτισμό της κυρίαρχης ελληνικής ελίτ. Πρόκειται για το ελληνικό φαινόμενο διατήρησης μιας αναχρονιστικής καταστάσεως, συνταγματικά κατοχυρωμένης και συνυπεύθυνης για τη σημερινή κακοδαιμονία της Ελλάδας. Οι παραπάνω αναφερόμενοι πρωταγωνιστές της υπόθεσης της διατριβής μου και της διεκδίκησης θέσης συμβούλου υπάγονται σε αυτή την κατηγορία. Δεν το περίμενα όμως να εμπλέκονται και ευρωπαίοι πανεπιστημιακοί. Και ενώ με τέτοιες τακτικές δεν πρόκειται να ξαναγίνουν αυθέντες του Μορέως, αντίθετα συμβάλλουν στη μείωση του δυναμισμού του νεοελληνικού πνεύματος.

ΔΙΟΙΚ. ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΤΕΤΡΑΚΙΣ ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ του ΥΠΕΠΘ

Η «αρκετά συχνή αδιαφάνεια»που διαπιστώνεται στο αξιακό τοπίο της πνευματικής Ελλάδας και παρουσιάζεται και στα «Νέα» της 10ης Μαρτίου 2011 κάπως αντανακλά και την περίπτωση παραγκωνισμού μου για επίζηλες θέσεις, που καταλήφθηκαν τελικά από συγγενείς τέως υπουργού της ΝΔ και πρεσβευτή σε γαλλόφωνες χώρες.

Η προφάνεια αυτής της αναξιοκρατικής πράξης του ΥΠΕΠΘ βρίσκεται στο ότι ο συνυποψήφιος δεν πληρούσε καν τον όρο του διαγωνισμού,τη γνώση της γαλλικής γλώσσας σε επίπεδο σουπεριέρ ΙΙ, πράγμα που ήταν conditio sine qua non. Αλλιώς, αν επρόκειτο για ποσοτικά μόνο διαφέροντες υποψηφίους, δεν θα κάναμε καν λόγο, αφού ξέρουμε τι γίνεται με το νεποτισμό στην Ελλάδα.

Έπαινος ΟΙΕΛΕ

Category: ΔΡΩΜΕΝΑ, ΟΙΕΛΕ  Comments off

Για ένα σχολείο πιο ανοιχτό

Category: ΑΡΘΡΑ, ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ  Comments off

Εισήγηση του Μιχαηλίδη Μπάμπη στο Εβδομο Επιμορφωτικό Σεμινάριο για τους έλληνες εκπαιδευτικούς του Βελγίου που έλαβε χώρα την 1η Ιουνίου 1995 στην αίθουσα Ηστμάν μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Κομισσιόν και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Α) Το ανοιχτό σχολείο είναι conditio sine qua non για την 3η χιλιετία

Α1)  Πάντα μέσα σε ένα πλαίσιο του ολοκληρωμένου ανθρώπου το ανοιχτό σχολείο (1) αντί να κόψει τα φτερά στον κάθε τύπο ιδιοφυίας (2) ανάμεσα στα παιδιά, του δίνει ώθηση για να καλλιεργηθεί

1)   Ετσι καλλιεργείται και ο οικονομικός τύπος παιδιού με τις παραλλαγές του, τον προβλεπτικό για μελλοντικές επιχειρήσεις, τον υπολογιστικό που προσαρμόζεται στις καταστάσεις, τον εμπορικό, τον δημιουργικό, αφού κάθε επαγγελματική εξειδίκευση συνοδεύεται από την καλλιέργεια ειδικών ικανοτήτων.

2)   Παράλληλα όμως το σχολείο του επισημαίνει την αξία εκείνων που αφήνουν συνήθως αδιάφορο τον οικονομικό τύπο παιδιού, δηλαδή τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά θέματα, που δεν είναι μόνο μέσο για προβολή του πλούτου και ακόμη την κοινωνική αγωνία, ώστε να νιώσει ότι οι άνθρωποι δεν είναι μόνο μέσα για ικανοποίηση των οικονομικών σκοπών.  Ακόμα την εικόνα του κράτους που δεν είναι εμπορική επιχείρηση και τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι η κοινωνία αλλάζει. Αλλά και την ύπαρξη των θρησκευτικών συναισθημάτων που για άλλους τύπους ανθρώπων είναι καθοριστικά για την πορεία τους μέσα στον κόσμο.

2) Και ο θεωρητικός τύπος παιδιού που νιώθει την ανάγκη να υποτάσσει το αντικείμενο κάτω από γενικούς νόμους πρέπει να μπορεί να καλλιεργείται από το εμπνευσμένο ανοιχτό σχολείο.  Αλλά και για τις παραλλαγές του κάθε τύπου θα υπάρξει φροντίδα να μή σβήσουν, Τόσο ο εμπειρικός, όσο και ο νοησιοκρατικός, αλλά και ο κριτικός και ο σκεπτικιστής δεν περνούν από την κλίνη του Προκρούστη στο ανοιχτό σχολείο.

Πάντα χωρίς πνεύμα επιβολής το ανοιχτό σχολείο θα δείξει στον τύπο αυτό μαθητή ότι υπάρχουν πράγματα που βρίσκονται έξω από την ατομιστική οπτική του, αφού είναι γνωστό ότι ένας γνήσιος θεωρητικός τύπος είναι ο κατεξοχήν ατομικιστής. Και καθώς ούτε το δέσιμο με το έθνος τον ενδιαφέρει τον τέτοιο τύπο, θα μπορούσε να του υποδειχθεί ότι δεν είναι ο δεσμός των πνευματικών ανθρώπων πέρα από εθνικά σύνορα ο μόνος υπαρκτός. Βέβαια και οι αισθητικές αξίες της ζωής, που συνήθως περιφρονούνται από ένα καθαρό θεωρητικό τύπο, ως μισές γνώσεις, υπογραμμίζονται. Βέβαια είναι δύσκολο να πείσεις ένα θεωρητικό άνθρωπο ότι έχει αξία και κείνος ο αισθητικός τύπος που ονειροπόλος ζητάει να συλλάβει το αντικείμενό της φύσης με τη διαίσθησή του αδιαφορώντας για την αντικειμενικότητα της εικόνας του. Εξάλλου το ανοιχτό σχολείο έχει την ικανότητα και κυρίως τη διάθεση να κατανοήσει την εχθρότητα του θεωρητικού τύπου, που σφυρηλατεί τη συνοχή στην ψυχή του, απέναντι στην πολιτική.

3) Αλλά και τον αισθητικό τύπο παιδιού θα προσέξει το ανοιχτό σχολείο, γιατί σε αυτόν κυριαρχεί ένα στοιχείο, που δύσκολα συμβιβάζεται το συμβολικό αναπαραστατικό σύστημα, με το οποίο δουλεύει κάθε σχολείο, και αυτό το χαρακτηριστικό ζητάει την έκφραση μέσα από τις μορφές. Είναι ιδιαίτερη η ευαισθησία για την τάση αυτή, όταν μάλιστα πρόκειται για ένα λαό, όπως ο ελληνικός, που υπήρξε ανέκαθεν εικονολάτρης και καταλαβαίνει το κάθε εκφώνημα όχι τόσο με τη “δυαδική πληροφορική” του διατύπωση, όσο με την ποιητική του σήμανση.( Προτιμάει ο Ελληνας το “άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει” και το “ξάφνου σώπασαν κι όλα μαζί τα τζιτζίκια”  από το άψογο σημαντικά και συντακτικά “επικράτησε σιωπή ή σιγή”).

4) Ανάλογα πρέπει να γίνεται σεβαστή κάθε τάση του ανθρώπου, τόσο η κοινωνική, όσο και η πολιτική, αλλά και η θρησκευτική.

Ενας ουμανισμός ανοιχτός για το ανοιχτό σχολείο

Ενας τέτοιος ουμανισμός θα μπορούσε να πάρει ως δεδομένα για το ανοιχτό σχολείο τα παρακάτω στοιχεία που όλα ξεκινούν από τις εμπειρικές αλήθειες ( που μπορούν βέβαια να συστηματοποιηθούν και να θεωρητικοποιηθούν).

Οτι η ύπαρξη γεννιέται και τελειώνει μέσα στον κόσμο. Ετσι δεν μπορούμε να υποθέσουμε ένα νόημα που να προηγείται της ύπαρξης στον κόσμο, γιατί θα ήταν αντιφατικό.

Ωστόσο όμως σκοποί ανώτεροι του ατομισμού υπάρχουν, γιατί οι άνθρωποι διαθέτουν τουλάχιστο τη δύναμη της άρνησης μπροστά στον εξωτερικό καθορισμό.

Ο κόσμος σαν ύλη μπορεί να μην έχει σκοπό, αλλά ο κοινωνικός κόσμος έχει σκοπιμότητα και αυτό γιατί ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί τον κόσμο, άρα μπορεί να βάζει σκοπούς.

Εξω από τον εαυτό μας υπάρχουν αντιφάσεις προκαλούμενες από τις συνθήκες, από τη βία, φυλετική, οικονομική, θρησκευτική, η οποία είναι μείωση της ανθρωπιάς του άλλου και αυτό μεταφράζεται στο προσωπικό επίπεδο ως μαρτύριο.

Στο επίπεδο των σχέσεων ο παράγοντας που προκαλεί επίσης στενοχώρια είναι η μετατροπή του άλλου σε αντικείμενο, πράγμα που διαιρεί την κοινωνία σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους.

Καθώς αντιμετωπίζουμε το παράλογο στον κόσμο έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε εργαλεία και έτσι να σχεδιάζουμε το μέλλον μας.

Επίσης ανοιγόμαστε στο χρέος για μια κοινωνική πάλη εναντίον όσων ιδοποιούνται τα πάντα. Καθώς ο καταπιεστής δε θα αρκεστεί να ιδιοποιείται το σώμα αλλά θέλει επίσης να ιδιοποιηθεί και κάθε ελευθερία και κάθε νόημα, οπότε πρέπει να τα μετατρέψει όλα σε πράγμα και να καταδιώξει κυρίως τις επικίνδυνες γι αυτόν ιδέες. Γι αυτό ο άνθρωπος οφείλει να διεκδικεί το δικαίωμα να εκφράζει ισότιμα τις ιδέες του.

Β)  Τι όμως πραγματικά βρίσκουμε στο υπαρκτό σχολείο

1)  Για να είμαστε ρεαλιστές και να μην ενθουσιαζόμαστε με εύκολα λεκτικά επινοήματα που καταντούν ιδεολογήματα χρειάζεται να δούμε τι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα.

2) Τα περιεχόμενα της διδασκαλίας

Το μεγαλύτερο κακό είναι η τμηματοποίηση της γνώσης μέσα στον υπάρχοντα τύπο σχολείου. Και αυτό είναι κάτι που δεν προέρχεται από κριτήρια επιστημονικά. Είναι μια διαδικασία που οφείλεται στη συνολική κοινωνική αναπαραγωγή. Η τέτοια προσφορά γνώσεων επιβάλλει στους διδασκόμενους ένα ορισμένο τρόπο ζωής. Ο μαθητής πρέπει να δεχτεί αυτό τον όρο, για να έχει πρόσβαση στη γνώση. Ετσι η άρχουσα ιδεολογία εγχαράσσεται στο πνεύμα του.

3) Στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εκείνο που γίνεται είναι η πειθαρχία και η τάξη. Η αντίσταση του παιδιού στις αξίες αυτές εξουδετερώνεται. Η καθηγήτρια πανεπιστημίου, Αννα Φραγκουδάκη (3 ),   ψάχνοντας τα σχολικά βιβλία μετά τον πόλεμο βρήκε πώς εγχαράσσονταν δύο “αλήθειες” , πάνω στις οποίες στηριζόταν η κοινωνική και ηθική ιεραρχία, η “αλήθεια” της ανωτερότητας του “αρχηγού” και η “αλήθεια” της κατεξοχήν αξίας, της έννοιας της “τάξης”.  Αυτές οι αλήθειες υλοποιούνταν στις εικόνες της φυσικής υπεροχής του άντρα και της γυναίκας νοικοκυράς, καθώς επίσης και στην εικόνα της αυταρχικής οικογένειας.

4) Ενα μεγάλο κακό στην ελληνική εκπαίδευση είναι ακόμα και τώρα η σύνδεση της κοινωνικής κινητικότητας με την εκπαιδευτική διαδικασία με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της παιδείας. Αυτό οφείλεται στην αναπαραγωγή των θέσεων εργασίας και στην απουσία μέχρι την εμφάνιση των πολυκλαδικών μιας επαγγελματικής εκπαίδευσης με ποιότητα και κοινωνική αναγνώριση.

Για το λόγο αυτό όλοι σχεδόν οι απόφοιτοι των λυκείων στρέφονται προς την ανωτάτη εκπαίδευση. Ο αριθμός των εγγεγραμμένων στις ανώτατες σχολές έχει υπερτετραπλασιαστεί σε σχέση με το 1960. Σύμφωνα με στοιχεία του Γ.Σηφάκη (4) το ποσοστό των πτυχιούχων στην Ελλάδα ήταν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Μάλιστα το 1976 ο αριθμός των γιατρών στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ο μεγαλύτερος στον κόσμο. Παράλληλα όμως αυτή η πληθώρα πτυχιούχων δε συνοδεύτηκε από υψηλή ποιότητα.

Η κοινωνική ανισότητα στηρίζεται ακριβώς στη διάκριση αυτή ανάμεσα στη χειρωνακτική και διανοητική απασχόληση.

5) Ο μύθος της ισότητας ευκαιριών ενοχοποιείται από την απουσία ακριβώς ίσων ευκαιριών.

Η καθηγήτρια Δεληβάνη καταθέτει τη μαρτυρία της για ένα καθεστώς παζαριών για την κατάληψη κάποιας θέσης και αυτό όχι αόριστα,αλλά συγκεκριμένα εντοπίζοντας την κακοδαιμονία στο χώρο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Αυτό είναι ο κανόνας της πρακτικής που ισχύει στην ελληνική εκπαίδευση. Διαπιστώνεται η έλλειψη κριτηρίων στο χώρο της εκπαίδευσης.Η εικόνα της εκπαίδευσης είναι τοπίο πλήρους αδιαφορίας διδασκόντων και διδασκομένων για το έργο που επιτελούν. Γενικότερα οι περισσότερες κακοδαιμονίες προέρχονται από αυτή την έλλειψη, ή τη μη ορθή εφαρμογή τους. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της καθηγήτριας πανεπιστημίου, κ.Δεληβάνη, ο εκάστοτε υποψήφιος για κάποια ανώτερη θέση επιβάλλεται ή δεν επιβάλλεται ανάλογα με το συσχετισμό κομματικών και άλλων δυνάμεων( Δεληβάνη, σ.536).Στη θέση αδιάβλητων κριτηρίων έχουμε όλοι την τάση να προβάλλουμε γενικές αρχές. Πάντοτε προβάλλονται από τους επίσημους, αλλά και τους ανεπίσημους φορείς έννοιες, όπως  “αξιοκρατία”, “ευσυνειδησία”, “αναγνώριση”, “ποιοτική αναβάθμιση”, “συνταγματικές ελευθερίες” έννοιες ωστόσο, που είναι κενές περιεχομένου.

6) Ο κοινωνικός ρόλος της εκπαίδευσης

Δεν υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα σε ένα σύνολο γνώσεων ουδέτερων του τεχνικού επιπέδου και ένα σύνολο γνώσεων ιδεολογικών προερχόμενων από την άρχουσα ιδεολογία, διότι όλος ο μηχανισμός, επομένως κάθε γνώση είναι υποταγμένη στο στόχο να κατανείμει τους μαθητές σε θέσεις διαφοροποιημένες προβλεπόμενες από τη διαίρεση της εργασίας.

Καταρχήν η εκπαίδευση είναι μια λειτουργία κρατική. Ετσι γίνεται η κύρια συνιστώσα της διαδικασίας αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας που αποτελεί μέρος της ενοποιητικής λειτουργίας του κράτους.  

Ωστόσο το κράτος ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1977 και 1982 αυτοδεσμεύεται ότι θα προχωρεί μέ βάση το Λόγο. Το προτεινόμενο συμβόλαιο και σύμβολο είναι η διακήρυξη για μια εκπαίδευση Ιση , που παρέχει  ίσες ευκαιρίες και που επιδιώκει το δίκαιο. Ολοι οι μαθητές μπορούν να πετύχουν, αρκεί να έχουν την ικανότητα.

Αλλά αυτό αποκρύπτει την πραγματικότητα, διότι δεν πρόκειτα για ένα σύστημα ανιδιοτελές. Παρόλα αυτά το σύστημα θεωρείται ουδέτερο ακόμη και από τα σοσιαλιστικά κόμματα, τα οποία εξηγούν ότι η εξουσία παρεμβαίνει εκ των υστέρων για να προσαρμόσει την εκπαιδευτική λειτουργία στις ανάγκες της. Ετσι το πράγμα παρουσιάζει ένα σύστημα αθώο και καλό, που απλώς έχει ορισμένες δυσλειτουργίες.

7) Η πραγματική δύναμη που είναι ο συνολικός καπιταλισμός έχει μια διπλή ανάγκη πλέον.

Α)  Να είναι ελεύθερος να μετακινηθεί στους πιο ευνοικούς τομείς

Β) Να είνα και η εργασία ελεύθερη να αποσπαστεί από την παραγωγή μιας αξίας χρήσης μόνο. Υπάρχει για αυτό το λόγο μια ανάγκη για σφαιρική ,γενική κινητικότητα του εργαζόμενου.

Η εξέλιξη των πραγμάτων. Από τη μια πλευρά η εργατική δύναμη υπόκειται στα μέσα παραγωγής εξαιτίας της μαζικής εισαγωγής της επιστήμης στην παραγωγική διαδικασία, πράγμα που προκαλεί τη μεταμόρφωση ενός μεγάλου μέρους της εργασίας σε εργασία ανειδίκευτη. Από την άλλη αναδύεται η ανάγκη της μόρφωσης των ειδικευμένων εργατών για τον έλεγχο και τη διευθυνση. Λοιπόν ο συλλογικός εργαζόμενος οφείλει να διαφοροποιηθεί, γιατί τα διάφορα επίπεδα θέσεων απαιτούν διαφορετικά επίπεδα μαθητείας.

Μια αντίφαση ανάμεσα στο κεφάλαιο γενικά και τα επιμέρους κεφάλαια ανακύπτει. Κάθε ιδιαίτερο κεφάλαιο ενδιαφέρεται στη διαρκή διατήρηση της ορισμένης εργασίας. Δεν ενδιαφέρονται λοιπόν για τη συνολική ανάπτυξη της εργασίας.  Αυτή η αντίφαση, εσωτερική της αστικής τάξης, ανευρίσκει τη λύση της στην παρέμβαση του κράτους και της εθνικής εκπαίδευσης. Πάντως αυτό έχει και καλές πλευρές, γιατί σημαίνει ότι ήλθε η ώρα για βελτιώσεις.

Παράλληλα όμως δεν έχει σταματήσει η άρχουσα κατάσταση να  διαδίδει την άρχουσα ιδεολογία. Για αυτό, το σύστημα παραχωρεί την επέκταση της εκπαίδευσης. Αυτό επιτυγχάνεται από την ιεραρχία στην εκπαίδευση και στη διοίκηση. Τα πανεπιστημιακά διπλώματα είναι απαραίτητα για να καλύψουν τους ρόλους των διευθυντών και των τεχνικών μέσα στα εργοστάσια και των γραφειοκρατών στη διοίκηση και των διδασκόντων. Αποτελεσμα είναι η διαίρεση σε όλα τα επίπεδα σε κυρίαρχους και υποταγμένους.

8 )  Πάντως στη χώρα μας η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αξία των διπλωμάτων και τις θέσεις μέσα στην ιεραρχία διαιωνίζεται, καίτοι αντιοικονομική

Η αντιστοιχία είναι μεγαλύτερη στα εργοστάσια παρά στη διοίκηση, γιατί η ενότητα των επιμέρους διαδικασιών γίνεται διαμέσου της αγοράς. Εδώ η τύχη και το αυθαίρετο παίζουν ένα ρόλο σπουδαίο, εξαιτίας της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Η μεσολάβηση της αγοράς μεταμορφώνει το παιγνίδι.

Μέσα στη διοίκηση, αντίθετα, η ανταπόκριση ανάμεσα στην ιεραρχία και το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι ασαφής.

9) Γι αυτό η διοίκηση της εκπαίδευσης έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης(6)

Τα μέλη της διοίκησης ανέρχονται στις ανώτατες θέσεις κυρίως χάρη στην κοινωνική θέση των οικογενειών τους. Αυτοί όμως που με αυτό τον τρόπο πετυχαίνουν δεν είναι κατ ανάγκη οι πιο ικανοί και βέβαια δεν είναι πρόθυμοι για να οδηγήσουν την παιδεία στην ανανέωση. Αντίθετα κολακεύουν την εκκλησία και ομνύουν πίστη στις αρχές της οικογένειας, της πίστης και της πατρίδας, έστω και άν δεν πιστεύουν στις αξίες αυτές. Αυτό οφείλεται στο ότι ο σκοπός  είναι η αλληλοστήριξή τους και όχι η ενασχόληση με το αντικείμενό τους.

Ετσι οι ιδεολογίες που συνήθως εκπέμπονται από την εκπαίδευση είναι μεγάλα λόγια, γοητευτικά ωστόσο. Οτι ο διανοούμενος δεν ανήκει ούτε σε εκείνους που ενδιαφέρονται για τα οικονομικά αγαθά σε βάρος των πνευματικών αγαθών, ούτε σε εκείνους που ταυτίζουν το μέλλον των πολιτιστικών θησαυρών με τη μοίρα των υλικών συμφερόντων τους.

Η απόσταση ωστόσο τέτοιων ιδεολογημάτων από τις  πρακτικές της ζωής ακυρώνει κάθε υψηλό περιεχόμενο σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί “καθημερινός λόγος”. Ο πολιτιστικός λόγος είναι ταυτόσημος μέσα από όλα τα πολιτιστικά φαινόμενα, τον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό και κάθε καλλιτεχνική εκδήλωση. Ακόμα και οι αντίθετοι λόγοι αφομοιώνονται μέσα σ αυτό το κλίμα ειρωνείας.

Δεν είναι τυχαίο που δεν υπάρχει σχεδόν κανένας από τους σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες που να μην είναι δυσμενώς τοποθετημένος σε παγκόσμια ή σε εθνικά ιδανικά, γιατί θεωρεί ότι μόνο οι ιδιαίτερες προτάσεις έχουν ένα χαρακτήρα υπαρξιακό, ενώ οι παγκόσμιες είναι μόνο η άρνησή τους.

Γ) Η εικόνα αυτή ωστόσο έχει αλλάξει μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια.

Αφετηρία υπήρξε μια διαδικασία που περιγράφεται εύγλωττα από μια παράγραφο του βιβλίου “Eλευθερία του ανθρώπου” του Ανδρέα Παπανδρέου(7), που υπήρξε και ο αυτουργός των αλλαγών οι οποίες προφητεύονται στο βιβλίο αυτό, γραμμένο το 1972,σ.33

“Οι όροι των συγκρούσεων σήμερα άλλαξαν. Η ιδέα σήμερα είναι ότι στη θέση της πάλης των τάξεων εκτυλίσσεται μεταξύ των διαφόρων ομάδων ένας αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας. Από αυτή την πάλη εξαρτάται εάν οι τεχνοκράτες ή οι γραφειοκράτες ασκούν ένα έλεγχο πάνω στο κράτος πιο αποτελεσματικό απότι οι επιχειρηματίες. Οι ηγέτες της πάλης θα είναι οι τεχνοκράτες που θα υποκαταστήσουν τους παραδοσιακούς καπιταλιστές.

Μετά από δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις και μια τρίτη που ετοιμάζεται, μετά από εκατοντάδες εκδηλώσεις και διαδηλώσεις για την εκπαίδευση, ίσως να γίνει αντιληπτό από τους υπευθύνους ότι η γνώση έχει γίνει παραγωγική δύναμη, ης άνευ ουδέν εστί γενέσθαι.

“ Μια διεθνοποιημένη οινονομία και μια μεταβιομηχανική κοινωνία απαιτέι πολύ πιο ευέλικτη λειτουργία του σχολείου, πολύ πιο εξειδικευμένες προσεγγίσεις του μαθητή. Πρέπει να αφήσουμε τη δυνατότητα σε ένα σχολείο να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, σε ένα εκπαιδευτικό να πάρει πρωτοβουλίες ( 8 ).

Αυτά δεν τα λέει ο γράφων, αλλά ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας. Καί όμως φαίνονται να αποτελούν συνέχεια ετούτης εδώ της εισήγησης.

Και πώς θα γινόταν να μείνουμε απαθείς στην πρόκληση του έτους 2000, αφού η κυβερνητική και η πληροφορική έχουν αλλάξει ήδη το τοπίο πολύ πιο ριζικά απότι το περιέγραφε ο ΜακΛιούαν παλιότερα μιλώντας για τα μαζικά μέσα επικοινωνίας.  Η ασύλληπτη δυνατότητα που αναδύθηκε με  τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και η οποία μας επιτρέπει να εξισώνουμε το δυαδικό μαθηματικό σύστημα με το δεκαδικό με το δεκαεξαδικό και με κάθε είδος τεχνητής ή φυσικής γλώσσας, αυτό είναι η πραγματική πρόκληση για το νέο σχολείο(9,10).  Τι λέτε; Πάμε και μεις;

Αρχή που διέπει αυτή την παρέμβαση είναι η επιστημονική στήριξη με βάση ένα τριαδικό σχήμα. Η μέθοδος είναι ιντεραξιονιστική και στηρίζεται σε ένα τριαδικό μοντέλο.

Βιβλιογραφία

1)  Βέικος Θεόφιλος, καθηγητής της φιλοσοφίας,  1976,  Ο μύθος του λόγου, Παπαζήση.  Ο Βέικος εισήγαγε στο βιβλίο του τη θεωρία του Καρλ Πόππερ, για την ανοιχτή κοινωνία.

2) Πήρα υπόψη το λεγόμενο  TAT (thematic apprerception test) του Mur­rey για τύπους θεματικούς που είναι εμπειρικό και δείχνει στατιστικά εμφανιζόμενες τάσεις.

3) Φραγκουδάκη Αννα   1978   Τα αναγνωστικά του δημοτικού,  Θεμέλιο, σ. 124

4-)Σηφάκης Γ  Ανωτάτη παιδεία. Πώς φθάσαμε στο αδιέξοδο, περιοδ. Οικονομικός ταχυδρόμος,

      Νοέμβρης 1987

5)Δεληβάνη,Μαρία Νεγρεπόντη, 1990 ,Ελληνική οικονομία,κοινωνία,παιδεία,αυτό το χάος, Παπαζήση, εδώ το κεφάλαιο Τι θα γίνει με την παιδεία;(Δεν είχα δικαίωμα να σιωπήσω!),σ.533.

6) Κόκκοτας, Π.  1978     Ο ρόλος της παιδείας

7) Παπανδρέου Ανδρέας,   1972   Η ελευθερία του ανθρώπου

8 ) Παπανδρέου Γεώργιος,   1995   Ομιλία για την αποκέντρωση της εκπαίδευσης,  Ομιλία 7/4/1995 στην ολομέλεια των προέδρων της ΔΟΕ

9)Guilbaud G. 1954 LA CYBERNETIQUE ,  PUF

10) Mathelot P., 1969  L’ informatique  PUF

Η κεντρική μονάδα του υπολογιστή ανασύρει από τη μνήμη όσα έχουμε γράψει καθώς επίσης και τους κανόνες του κατασκευαστή της. Ενα άλλο τμήμα επεξεργάζεται τα εισαγόμενα μέσω μαθηματικών και λογικών συμβόλων.Παρεμβαίνει η φυσική(διότι τα τσιπς είναι ημιαγωγοί με μορφή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων) η ηλεκτρομαγνητική και η λογική.

         Ζευγαρίδης Σπ  1977    Κυβερνητική και πληροφορία, Καστανιώτη

Copy Protected by Chetans WP-Copyprotect.