Archive for the Category » ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΩ «

Μοντέλο προτεινόμενο ερμηνείας με δύο άξονες

 

Κατανόηση

Ερμηνεία εσωτερική

 

 

Εργο  

  εξήγηση
   

 

Σύγκριση ανάμεσα στη κατηγορία μας της οπτικής και στις ανάλογες έννοιες άλλων κριτικών σχολών

Είναι πιο σωστό να μιλάμε για ιστορία του γούστου και του αισθητισμού  παρά για μια ιστορία της καθαρής σκέψης , διότι στο γούστο η ιδεολογική πλευρά αναμειγνύεται με τη συναισθηματική.

Και γι΄ αυτό η κατηγορία μας της οπτικής είναι μεικτή κατηγορία, ιστορική και θεωρητική ταυτόχρονα.

Η έννοια της ιντεραξιονιστικής οπτικής περιλαμβάνει στάση απέναντι στη φύση, απέναντι στη ζωή και απέναντι στην κατάσταση.

Οπου επηρεάζονται αυτές οι στάσεις από θρησκευτικές και μεταφυσικές απόψεις απευθείας από αισθητικές μόδες και αισθητικές τοποθετήσεις, δηλαδή από τις λογοτεχνικές συμβάσεις της εποχής και από τις ψυχολογικές αλλαγές στην οπτική, στον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο νέος έλληνας συγγραφέας τα πράγματα.

1)           Γιατί η εξήγηση είναι αναγκαία; 

Είναι γεγονός ότι το λογοτεχνικό έργο υπερβαίνει την εποχή του και τις συνθήκες, όπου γεννήθηκε, και γι’αυτό και γίνεται το αντικείμενο εκτίμησης από πιο μακρινά αναγνωστικά κοινά.

Για να κατανοήσουμε λοιπόν το κάθε λογοτεχνικό έργο, είναι αναγκαίο να βρούμε την ιστορική του εξήγηση, τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος του συγγραφέα και των κύκλων του, γιατί μέσα στον κύκλο της παρέας του αυτά που λέει αποκτούν το συγκεκριμένο τους νόημα.

Χωρίς ένα ανάλογο κοινό, όσα λέει δε θα είχαν νόημα.

Πέρα από αυτό τα λογοτεχνικά έργα αποκτούν νόημα, όταν γίνουν γνωστές οι συμβάσεις δηλαδή οι κανόνες οι λογοτεχνικοί που θεωρούνταν σωστοί και εκείνοι που θεωρούνταν ξεπερασμένοι.

Αυτό γίνεται περισσότερο απαραίτητο, όταν εδώ και εβδομήντα χρόνια η τέχνη δεν ακολουθεί τα κλασικά πρότυπα, αλλά έχουμε μια συνεχή αλλαγή γούστου και κατευθύνσεων.

Η εξήγηση θα μπορούσε να  είναι συμπληρωματική της κατανόησης, διότι το έργο ξεπερνά την εποχή του και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε και όταν συμβεί αυτό το ξεπέρασμα, τότε το έργο γίνεται το αντικείμενο θαυμασμού από άλλα μακρινά κοινά. Εξάλλου η κατανόηση ενός λογοτεχνήματος θα ήταν αδιανόητη χωρίς την καταφυγή στην εξήγηση.

Γνωρίζοντας ο αναγνώστης τις λεπτομέρειες της κατάστασης  ως προς την οποία αυτοπροσδιοριζόταν ο συγγραφέας πριν και κατά τη  στιγμή της δημιουργίας μπορεί να ερμηνεύσει τα διφορούμενα στοιχεία του έργου.

Ειδικά στη λογοτεχνική παραγωγή που εξετάζουμε και για την οποία  νομιμοποιούμαστε να εκφέρουμε γνώμη, η ιδεολογική και αισθητική στάση ενός διαμαρτυρόμενου τμήματος περιθωριοποιημένων διανοούμενων καθώς και οι σχετικές γνώσεις γύρω από τη λογοτεχνία επιβεβαιώνουν ότι έργα ανταποκρινόμενα σε τέτοιου είδους προσδοκίες διευκόλυναν το ¨μυθιστόρημα αμφισβήτησης¨να υπάρξει και  να κάνει τις λεγόμενες μεταγλωσσικές του παρεμβάσεις πάνω στον κανόνα του αφηγηματικού λογοτεχνικού είδους. Η λογοτεχνία άλλωστε στην Ελλάδα μετά τη χούντα δεν απευθύνεται πλέον στους αναγνώστες που είναι ανημέρωτοι γύρω από τα νεωτερικά ρεύματα. Αντίθετα ένα κοινό άσχετο και όχι επαρκές δε θα μπορούσε να κατανοήσει τα νεωτερικά ρεύματα που προέκυψαν στη Δύση μετά τη χαλάρωση της  πολιτιστικής ενότητας του 1900.

Και είναι ακριβώς τα ανανεωμένα στοιχεία της αφηγηματικής παραγωγής μετά το 1970 που συγκινώντας το νέο κοινό των αμφισβητιών διανοούμενων δείχνουν ότι είναι φορτισμένα με μνήμες συλλογικές. Το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία προκαλούν γοητεία τα κάνει αισθητικά και το γεγονός ότι η γοητεία προέρχεται από την ευαισθητοποίηση της συλλογικής  μνήμης τα κάνει κοινωνικώς σημαντικά.

Αλλά όπως αποδεικνύουμε στο αποδεικτικό τμήμα αυτής της μελέτης τα στοιχεία που είναι και αισθητικά και κοινωνικώς σημαντικά δεν είναι απλά επιμέρους γνωρίσματα, αλλά αποτελούν την ίδια την καρδιά της ανανέωσης του νεοελληνικού αφηγήματος.  Πρόκειται όχι για μια πλευρά των εξεταζόμενων  έργων, αλλά για μια σχέση σύνθετη, τη σχέση που συνδέει τα μέρη-μορφής, ή περιεχομένου-σε μια οπτική ιντεραξιονιστική, σε μια αμφισβήτηση της κυρίαρχης οπτικής των άλλων.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο νέος αμφισβητίας συγγραφέας της περιόδου 1970-1993 αλλάζει την προγενέστερη λογοτεχνία.

Και αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να κατανοηθεί από τον αναγνώστη, παρά αν στο πνεύμα του υπάρχει ο κανόνας της παλαιότερης οχι αμφισβητησιακής αφηγηματικής λογοτεχνίας καθώς ξεπερνιέται από τα νέα εισαγόμενα αμφισβητησιακά στοιχεία.[1]

Είναι αναγκείο λοιπόν οι αναγνώστες του νέου στη νεωτερική ελληνική πεζογραφία να είναι σε θέση να αναγνωρίχουν και τα δύο μέσα στο παρόν έργο :

α) το μέρος της παλαιότερης λογοττεχνίας,  κάποτε  πολιτικής χωρίς ειλικρίνεια , άλλοτε νατουραλιστικής με στερεότυπο τρόπο και άλλοτε υπαρξιστικής.  Αυτό το μέρος μπορεί  άλλοτε να εκπροσωπείται  περισσότερο  ή λιγότερο  και άλλοτε να εξυπονοείται  από τα συμφραζόμενα μέσα στο έργο.

β) το  νεωτεριστικό δομικό στοιχείο, το οποίο αναπτύσσεται στο τρίτο κεφάλαιο.

Τόσο  ο  διανοούμενος- αναγνώστης, όσο και  ο διανοούμενος-συγγραφέας λειτούργησαν αισθητικά και ηθικά απέναντι σε κάτι υπαρκτό που  ήταν ο κανόνας του παλαιότερου αφηγηματικού έργου.

Το  δε   κόστος  από την αμφισβήτηση αυτού του κανόνα με τρόπο ριζικό  τόσο στο  ηθικό  επίπεδο-αφού η αμφισβήτηση  μέσα σε μια κοινωνία συντηρητική στοιχίζει, όσο και  στο αισθητικό επίπεδο, αφού η υιοθέτηση μιας τέτοιας θάσης σημαίνει  ότι  αυτός που την υποστηρίζει δε θα δει ποτέ τα έργα του να φιγουράρουν  στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα της επίσημης εκπαίδευσης.

Και απ΄την άλλη πλευρά η ίδια αυτή θέση σημαίνει ένα πλεόνασμα  ικανότητας, αφού ο συγγραφέας του αμφισβητησιακού έργου γνωρίζει τόσο τον παλαιό κανόνα, όσο και τον κανόνα που εισάγει ο ίδιος στο λογοτεχνικό γένος.

Και η αισθητική απόλαυση κερδίζει από τη οπτική τη ς κοινωνικής εξήγησης της γένεσης των λογοτεχνικών έργων.

Η απόλαυση ενός έργου είναι πληρέστερη, όταν παρακολουθεί τη συγκίνηση εκείνου που γνωρίζει την ατμόσφαιρα και τις οπτικές της εποχής και της κοινωνίας που γέννησε το έργο. Οποιος δεν μπορεί να ζήσει τα αισθήματα των νέων ριζοσπαστικοποιημένων διανοούμενων τη ς μεταχουντικής περιόδου, δεν μπορεί να καταλάβει μυθιστορήματα όπως Η αρχαία σκουριά της Μάρως Δούκα, ή το   Χαμένη Ανοιξη του Στρατή Τσίρκα.

Και αντίστροφα, ο μέσος, όχι ενημερωμένος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τα επιφανειακά γνωρίσματα του μοντέρνου αφηγήματος, αλλ΄όχι τα σημεία εκείνα, τα δομικά, που είναι πραγματικά άξια να εκτιμηθούν,  Ετσι αντικρύζει το έργο

από την οπτική γωνία της επικαιρότητας, άρα του πλατιού κοινού.

Η μελέτη μας κατέληξε σε ένα σύστημα ερμηνείας  με δύο άξονες.

Πρόκειται για μια μέθοδο που αντλεί τα επιχειρήματά της και τις πληροφορίες της από  την κριτική, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και μπορεί να θεωρείται διεπιστημονική

Ενα τέτοιο σύστημα εξήγησης είναι απαραίτητο, διότι τα μοντέρνα κείμενα παρουσιάζουν δύο πλευρές διακεκριμένες, αυτή που αποτυπώνει το εσωτερικό και αυτή που εποπτεύει συγχρόνως το εξωτερικό και το εσωτερικό. Η μια πλευρά συνεπάγεται μια σπουδή των χρήσεων της μοντέρνας λογοτεχνίας σε μια δεδομένη κοινωνία και η άλλη εδρεύει στη σφαιρική ερμηνεία, στηριγμένη ή στην θέαση της μορφής ή στην σκοπιμότητα του δημιουργού.                                                         

Αλλά καθώς η έρευνά μας μας έδειξε τη συνεξάρτηση της ανανέωσης της λογοτεχνίας μετά το 1970 και της εμφάνισης μιας αυτόνομης διαμαρτυρίας μέρους των νέων διανοοουμένων της Ελλάδας, χρειάστηκε να συνεξετάσουμε τα δύο αυτά δεδομένα, να τα μελετήσουμε πάνω σε ένα κοινό μοντέλο. Αναζητήσαμε ένα κοινό μέτρο.

Η συνεξέταση αυτή αναλογεί με μια καμπύλη που μετριέται ως μέρος της ορθής γωνίας, δηλαδή συσχετίζεται και με μια τεταγμένη και με μια τετμημένη. Η πρώτη παριστάνει την εσωτερική ερμηνεία του έργου και η δεύτερη την εξήγηση της χρήσεως αυτού του έργου.

Ερμηνεία εσωτερική                                 Μοντέλο  προτεινόμενο ερμηνείας

με δύο  άξονες

κατανόηση  

 

Εργο  

  εξήγηση
   

 

indépendante de notre explication fonctionnelle. Nous ne pouvons pas parler des oeuvres sans les référer ą ces deux dimensions. Mźme si on a des réserves sur la généralité de ce modčle, il est valide pour la Grčce. Il ressemble ą ce qu’on appelle en sociologie échelle ą deux dimensions qui mesure des attitudes, oł il y a l’intercorrélation d’un nombre d’attitudes. Nous pouvons ainsi définir qu’une oeuvre est caractérisée par une  optique interactionniste, lorsque une corrélation apparaīt entre la forme d’interprétation, qu’elle suggčre,  et la forme ą laquelle elle s’attaque dans le champ littéraire, forme correspondant ą une attitude conformiste dans le champ social.

Nous ramenons par conséquent les deux faces d’une oeuvre littéraire ą un seul procédé cohérent qui comporte deux axes, comme il est montré dans le schéma ci-dessus.

Par contre, nous avons vu que les critiques qui ramčnent les deux faces d’une oeuvre littéraire ą deux, ou ą plusieurs pōles, ou ą une seule partie de l’un de ces poles, font une oeuvre apologétique ou défectueuse, puisque la volonté de l’écrivain est de voir ensemble[2] tous les aspects de son oeuvre.


[1] Βλ.  ΜΟΤΣΙΟΣ Γιάννης, 1983, Δομική ανάλυση των ποιητικών κειμένων, Αθήνα, δε σημειώνεται έκδοση. Σελ.  15-20.  

[2]Sous la catégorie « optique interactionniste » nous avons généralisé les diverses formes d’expression de cette volonté de l’écrivain de Voir les constituants de son oeuvre ensemble.

Copy Protected by Chetans WP-Copyprotect.