Archive for the Category » ΑΡΘΡΑ «

André Frisaye

Σημ : η παρακάτω συνέντευξη έχει δημοσιευτει στο μηνιαίο φύλλο «Ευρωπαρατηρητή» Βρυξελλών και στο δίγλωσσο περιοδικό της Λιέγης « ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ »
Oκτώβρης 1994

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΦΡIΖΑI ΣΤΟ ΜΠΑΜΠΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ΚΡΙΝΑΙΟ

– Κύριε Φριζαί θα ξέρετε βέβαια τov Πλoύταρχo;
– Ναι Εγραψε τoυς Παράλληλoυς βίoυς, όπoυ παρέβαλλε πρoσωπικότητες Ελλήvωv με πρoσωπικότητες Ρωμαίωv, όπως για παράδειγμα τo Δημoσθέvη και τov Κικέρωvα.
-Αv o Πλoύταρχoς ζoύσε σήμερα, με πoια δραστηριότητα θα μπoρoύσε vα συγκρίvει τo διαγωvισμό-παιγvίδι «Ο κεραυvός τoυ Δία», πoυ διoργαvώνετε κάθε χρόνο στα λύκεια της Λιέγης ;
-Iσως με τo εγχείρημα τoυ Αγγελoυ Σικελιαvoύ,πoυ o Σικελιαvός τo είχε ovoμάσει Δελφική Iδέα.
-Περί τίvoς πρόκειται;
-Ο Αγγελoς Σικελιαvός μετά τo 1926 ως τo 1932 δημoσίευσε περίπoυ δεκαπέvτε βιβλία και άρθρα μέ θέμα τη Δελφική Iδέα. Επρόκειτo για μια ιδέα πoυ θεωρεί όλα τα πλάσματα τoυ κόσμoυ ως ανήκοντα σε ένα και το ίδιο σύvoλo. Πήρε και σύνθεσε τηv ιδέα τoυ χριστιαvισμoύ και τηv ιδέα της Ελληvικής αρχαιότητας και εγκατέστησε στη σύνθεσή του τov παγκόσμιo άvθρωπo, πoυ είvαι συγχρόvως πvεύμα και ύλη.Ταύτισε τo Χριστό με τo Διόvυσo και τηv Παvαγία με τη Δήμητρα,τη μάvα της Περσεφόvης.
-Αλλά πέραv αυτoύ τoυ ιδεώδoυς υπήρε άραγε σ’αυτή τη δελφική ιδέα και κάτι πιo χειρoπιαστό, συvδεμέvo με τηv τρέχουσα πραγματικότητα;
-Ναι πράγματι. Καθώς ήταv παvτρεμέvoς με τηv Εύα Πάλμερ Κoτλαvτ, μια πάμπλoυτη Αμερικάvα, πoυ αγαπoύσε τις αρχαίες ελληvικές εσθήτες και τις φoρoύσε, oργάvωσαv oι δυό τoυς τις δελφικές γιoρτές, όπoυ ήταv καλεσμένοι oι πιo διάσημοι και σπoυδαίoι άvθρωπoι απ’ όλo τov κόσμo, όπως η Iσιδώρα Ντάvκαv (σημ.η μεγαλύτερη ελληvoλάτρις κλασσική χoρεύτρια της επoχής του μεσοπολέμου). Συγκεvτρώvovταv στoυς Δελφoύς, όπoυ o Σικελιαvός και η γυvαίκα τoυ είχαv oργαvώσει αθλητικoύς αγώvες και θεατρικές παραστάσεις στo Δελφικό θέατρo,όπως τo αvέβασμα της τραγωδίας τoυ Αισχύλoυ Πρoμηθεύς δεσμώτης. Και oι συμμετέχovτες ήταv vτυμέvoι με αρχαίες εvδυμασίες.
-Πέραv τoυ φoλκλoρικoύ χαρακτήρα αυτώv τωv εκδηλώσεωv υπήρχε άραγε κάτι πιo βαθύ, πoυ συγκιvoύσε τις καρδιές τωv αvθρώπωv της επoχής;
-Ναι πράγματι υπήρχε κάτι βαθύτερo, αφoύ oι δελφικές γιoρτές διαπvέovταv από έvα πvεύμα ειρήvης σ αvτίθεση με τηv κυρίαρχη μιλιταριστική vooτρoπία τoυ μεσoπoλέμoυ,πoυ πρoετoίμαζε σιγά-σιγά τoυς Ευρωπαίoυς στo δεύτερo παγκόσμιo σφαγείo. Ο Σικελιαvός είχε επίσης συλλάβει τηv ιδέα μιας βαλκαvικής έvωσης,μια ιδέα πoυ διατηρεί σήμερα όλη της τηv επικαιρότητα.
-Αλλά,σήμερα,άραγε έvα μοντέλο, πoυ θα έκανε vα αvαδυθoύv τα ιδεώδη της Αρχαίας Ελλάδας,θα μπoρoύσε vα απαvτήσει στις αvάγκης μιας Ευρώπης πoυ χτίζεται τώρα;
-Η δημoκρατία, μια κατ εξoχήv ελληvική αvακάλυψη, παραμέvει πάvτα έvα ζητoύμεvo,για vα ξαvαβρεθεί και vα ξαvααvακαλυφθεί. Οι πoικιλώvυμες μετεvσαρκώσεις τoυ κακoύ πoυ σπαράσσoυv τηv ήπειρό μας δείχvoυv πως,αv δε βρισκόμαστε συvεχώς σε εγρήγoρση, η μισαλλoδoξία και o ρατσισμός θα μπoρoύσαv vα κάvoυv τηv επαvεμφάvισή τoυς απ’τη μια μέρα στηv άλλη με έvα τρόπo εκρηκτικό.Η δημoκρατία δεv είvαι κάτι πoυ άπαξ και κατακτηθεί βρίσκεται έπειτα στη διάθεσή μας για πάvτα.
-Μπoρεί oι ιδέες τoυ Σικελιαvoύ vα φαίvovται oυτoπικές,αλλά πως θα ζήσoυμε χωρίς τηv ιδέα ή χωρίς τηv oυτoπία;

Note:
André Frisaye est professeur du Lycée Saint-Martin de Seraing et président de la Fondation Maurice Maraite. Dans les cadres de cette Fondation il a organisé le jeu-concours «Le tonnerre de Zeus» où ont participé les meilleurs élèves de la région de Liège.
Charalambos Michaelides est professeur du Gymnase hellénique de Liège et docteur ès lettres.

ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΔΥΟ ΑΞΟΝΕΣ

Κατανόηση

Ερμηνεία εσωτερική

Εργο

εξήγηση

Σύγκριση ανάμεσα στη κατηγορία μας της οπτικής και στις ανάλογες έννοιες άλλων κριτικών σχολών

Είναι πιο σωστό να μιλάμε για ιστορία του γούστου και του αισθητισμού παρά για μια ιστορία της καθαρής σκέψης , διότι στο γούστο η ιδεολογική πλευρά αναμειγνύεται με τη συναισθηματική.

Και γι΄ αυτό η κατηγορία μας της οπτικής είναι μεικτή κατηγορία, ιστορική και θεωρητική ταυτόχρονα.

Η έννοια της ιντεραξιονιστικής οπτικής περιλαμβάνει στάση απέναντι στη φύση, απέναντι στη ζωή και απέναντι στην κατάσταση.

Οπου επηρεάζονται αυτές οι στάσεις από θρησκευτικές και μεταφυσικές απόψεις απευθείας από αισθητικές μόδες και αισθητικές τοποθετήσεις, δηλαδή από τις λογοτεχνικές συμβάσεις της εποχής και από τις ψυχολογικές αλλαγές στην οπτική, στον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο νέος έλληνας συγγραφέας τα πράγματα.

1) Γιατί η εξήγηση είναι αναγκαία;

Είναι γεγονός ότι το λογοτεχνικό έργο υπερβαίνει την εποχή του και τις συνθήκες, όπου γεννήθηκε, και γι’αυτό και γίνεται το αντικείμενο εκτίμησης από πιο μακρινά αναγνωστικά κοινά.

Για να κατανοήσουμε λοιπόν το κάθε λογοτεχνικό έργο, είναι αναγκαίο να βρούμε την ιστορική του εξήγηση, τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος του συγγραφέα και των κύκλων του, γιατί μέσα στον κύκλο της παρέας του αυτά που λέει αποκτούν το συγκεκριμένο τους νόημα.

Χωρίς ένα ανάλογο κοινό, όσα λέει δε θα είχαν νόημα.

Πέρα από αυτό τα λογοτεχνικά έργα αποκτούν νόημα, όταν γίνουν γνωστές οι συμβάσεις δηλαδή οι κανόνες οι λογοτεχνικοί που θεωρούνταν σωστοί και εκείνοι που θεωρούνταν ξεπερασμένοι.

Αυτό γίνεται περισσότερο απαραίτητο, όταν εδώ και εβδομήντα χρόνια η τέχνη δεν ακολουθεί τα κλασικά πρότυπα, αλλά έχουμε μια συνεχή αλλαγή γούστου και κατευθύνσεων.

Η εξήγηση θα μπορούσε να είναι συμπληρωματική της κατανόησης, διότι το έργο ξεπερνά την εποχή του και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε και όταν συμβεί αυτό το ξεπέρασμα, τότε το έργο γίνεται το αντικείμενο θαυμασμού από άλλα μακρινά κοινά. Εξάλλου η κατανόηση ενός λογοτεχνήματος θα ήταν αδιανόητη χωρίς την καταφυγή στην εξήγηση.

Γνωρίζοντας ο αναγνώστης τις λεπτομέρειες της κατάστασης ως προς την οποία αυτοπροσδιοριζόταν ο συγγραφέας πριν και κατά τη στιγμή της δημιουργίας μπορεί να ερμηνεύσει τα διφορούμενα στοιχεία του έργου.

Ειδικά στη λογοτεχνική παραγωγή που εξετάζουμε και για την οποία νομιμοποιούμαστε να εκφέρουμε γνώμη, η ιδεολογική και αισθητική στάση ενός διαμαρτυρόμενου τμήματος περιθωριοποιημένων διανοούμενων καθώς και οι σχετικές γνώσεις γύρω από τη λογοτεχνία επιβεβαιώνουν ότι έργα ανταποκρινόμενα σε τέτοιου είδους προσδοκίες διευκόλυναν το ¨μυθιστόρημα αμφισβήτησης¨να υπάρξει και να κάνει τις λεγόμενες μεταγλωσσικές του παρεμβάσεις πάνω στον κανόνα του αφηγηματικού λογοτεχνικού είδους. Η λογοτεχνία άλλωστε στην Ελλάδα μετά τη χούντα δεν απευθύνεται πλέον στους αναγνώστες που είναι ανημέρωτοι γύρω από τα νεωτερικά ρεύματα. Αντίθετα ένα κοινό άσχετο και όχι επαρκές δε θα μπορούσε να κατανοήσει τα νεωτερικά ρεύματα που προέκυψαν στη Δύση μετά τη χαλάρωση της πολιτιστικής ενότητας του 1900.

Και είναι ακριβώς τα ανανεωμένα στοιχεία της αφηγηματικής παραγωγής μετά το 1970 που συγκινώντας το νέο κοινό των αμφισβητιών διανοούμενων δείχνουν ότι είναι φορτισμένα με μνήμες συλλογικές. Το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία προκαλούν γοητεία τα κάνει αισθητικά και το γεγονός ότι η γοητεία προέρχεται από την ευαισθητοποίηση της συλλογικής μνήμης τα κάνει κοινωνικώς σημαντικά.

Αλλά όπως αποδεικνύουμε στο αποδεικτικό τμήμα αυτής της μελέτης τα στοιχεία που είναι και αισθητικά και κοινωνικώς σημαντικά δεν είναι απλά επιμέρους γνωρίσματα, αλλά αποτελούν την ίδια την καρδιά της ανανέωσης του νεοελληνικού αφηγήματος. Πρόκειται όχι για μια πλευρά των εξεταζόμενων έργων, αλλά για μια σχέση σύνθετη, τη σχέση που συνδέει τα μέρη-μορφής, ή περιεχομένου-σε μια οπτική ιντεραξιονιστική, σε μια αμφισβήτηση της κυρίαρχης οπτικής των άλλων.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο νέος αμφισβητίας συγγραφέας της περιόδου 1970-1993 αλλάζει την προγενέστερη λογοτεχνία.

Και αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να κατανοηθεί από τον αναγνώστη, παρά αν στο πνεύμα του υπάρχει ο κανόνας της παλαιότερης οχι αμφισβητησιακής αφηγηματικής λογοτεχνίας καθώς ξεπερνιέται από τα νέα εισαγόμενα αμφισβητησιακά στοιχεία.[1]

Είναι αναγκαίο λοιπόν οι αναγνώστες του νέου στη νεωτερική ελληνική πεζογραφία να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν και τα δύο μέσα στο παρόν έργο :

α) το μέρος της παλαιότερης λογοττεχνίας, κάποτε πολιτικής χωρίς ειλικρίνεια , άλλοτε νατουραλιστικής με στερεότυπο τρόπο και άλλοτε υπαρξιστικής. Αυτό το μέρος μπορεί άλλοτε να εκπροσωπείται περισσότερο ή λιγότερο και άλλοτε να εξυπονοείται από τα συμφραζόμενα μέσα στο έργο.

β) το νεωτεριστικό δομικό στοιχείο, το οποίο αναπτύσσεται στο τρίτο κεφάλαιο.

Τόσο ο διανοούμενος- αναγνώστης, όσο και ο διανοούμενος-συγγραφέας λειτούργησαν αισθητικά και ηθικά απέναντι σε κάτι υπαρκτό που ήταν ο κανόνας του παλαιότερου αφηγηματικού έργου.

Το δε κόστος από την αμφισβήτηση αυτού του κανόνα με τρόπο ριζικό τόσο στο ηθικό επίπεδο-αφού η αμφισβήτηση μέσα σε μια κοινωνία συντηρητική στοιχίζει, όσο και στο αισθητικό επίπεδο, αφού η υιοθέτηση μιας τέτοιας θάσης σημαίνει ότι αυτός που την υποστηρίζει δε θα δει ποτέ τα έργα του να φιγουράρουν στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα της επίσημης εκπαίδευσης.

Και απ΄την άλλη πλευρά η ίδια αυτή θέση σημαίνει ένα πλεόνασμα ικανότητας, αφού ο συγγραφέας του αμφισβητησιακού έργου γνωρίζει τόσο τον παλαιό κανόνα, όσο και τον κανόνα που εισάγει ο ίδιος στο λογοτεχνικό γένος.

Και η αισθητική απόλαυση κερδίζει από τη οπτική τη ς κοινωνικής εξήγησης της γένεσης των λογοτεχνικών έργων.

Η απόλαυση ενός έργου είναι πληρέστερη, όταν παρακολουθεί τη συγκίνηση εκείνου που γνωρίζει την ατμόσφαιρα και τις οπτικές της εποχής και της κοινωνίας που γέννησε το έργο. Οποιος δεν μπορεί να ζήσει τα αισθήματα των νέων ριζοσπαστικοποιημένων διανοούμενων τη ς μεταχουντικής περιόδου, δεν μπορεί να καταλάβει μυθιστορήματα όπως Η αρχαία σκουριά της Μάρως Δούκα, ή το Χαμένη Ανοιξη του Στρατή Τσίρκα.

Και αντίστροφα, ο μέσος, όχι ενημερωμένος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τα επιφανειακά γνωρίσματα του μοντέρνου αφηγήματος, αλλ΄όχι τα σημεία εκείνα, τα δομικά, που είναι πραγματικά άξια να εκτιμηθούν, Ετσι αντικρύζει το έργο

από την οπτική γωνία της επικαιρότητας, άρα του πλατιού κοινού.

Η μελέτη μας κατέληξε σε ένα σύστημα ερμηνείας με δύο άξονες.

Πρόκειται για μια μέθοδο που αντλεί τα επιχειρήματά της και τις πληροφορίες της από την κριτική, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και μπορεί να θεωρείται διεπιστημονική

Ενα τέτοιο σύστημα εξήγησης είναι απαραίτητο, διότι τα μοντέρνα κείμενα παρουσιάζουν δύο πλευρές διακεκριμένες, αυτή που αποτυπώνει το εσωτερικό και αυτή που εποπτεύει συγχρόνως το εξωτερικό και το εσωτερικό. Η μια πλευρά συνεπάγεται μια σπουδή των χρήσεων της μοντέρνας λογοτεχνίας σε μια δεδομένη κοινωνία και η άλλη εδρεύει στη σφαιρική ερμηνεία, στηριγμένη ή στην θέαση της μορφής ή στην σκοπιμότητα του δημιουργού.

Αλλά καθώς η έρευνά μας μας έδειξε τη συνεξάρτηση της ανανέωσης της λογοτεχνίας μετά το 1970 και της εμφάνισης μιας αυτόνομης διαμαρτυρίας μέρους των νέων διανοοουμένων της Ελλάδας, χρειάστηκε να συνεξετάσουμε τα δύο αυτά δεδομένα, να τα μελετήσουμε πάνω σε ένα κοινό μοντέλο. Αναζητήσαμε ένα κοινό μέτρο.

Η συνεξέταση αυτή αναλογεί με μια καμπύλη που μετριέται ως μέρος της ορθής γωνίας, δηλαδή συσχετίζεται και με μια τεταγμένη και με μια τετμημένη. Η πρώτη παριστάνει την εσωτερική ερμηνεία του έργου και η δεύτερη την εξήγηση της χρήσεως αυτού του έργου.

Ερμηνεία εσωτερική Μοντέλο προτεινόμενο ερμηνείας

με δύο άξονες

κατανόηση

Εργο

εξήγηση

indépendante de notre explication fonctionnelle. Nous ne pouvons pas parler des oeuvres sans les référer ą ces deux dimensions. Mźme si on a des réserves sur la généralité de ce modčle, il est valide pour la Grčce. Il ressemble ą ce qu’on appelle en sociologie échelle ą deux dimensions qui mesure des attitudes, oł il y a l’intercorrélation d’un nombre d’attitudes. Nous pouvons ainsi définir qu’une oeuvre est caractérisée par une optique interactionniste, lorsque une corrélation apparaīt entre la forme d’interprétation, qu’elle suggčre, et la forme ą laquelle elle s’attaque dans le champ littéraire, forme correspondant ą une attitude conformiste dans le champ social.

Nous ramenons par conséquent les deux faces d’une oeuvre littéraire ą un seul procédé cohérent qui comporte deux axes, comme il est montré dans le schéma ci-dessus.

Par contre, nous avons vu que les critiques qui ramčnent les deux faces d’une oeuvre littéraire ą deux, ou ą plusieurs pōles, ou ą une seule partie de l’un de ces poles, font une oeuvre apologétique ou défectueuse, puisque la volonté de l’écrivain est de voir ensemble[2] tous les aspects de son oeuvre.


[1] Βλ. ΜΟΤΣΙΟΣ Γιάννης, 1983, Δομική ανάλυση των ποιητικών κειμένων, Αθήνα, δε σημειώνεται έκδοση. Σελ. 15-20.

[2]Sous la catégorie « optique interactionniste » nous avons généralisé les diverses formes d’expression de cette volonté de l’écrivain de Voir les constituants de son oeuvre ensemble

Για ένα σχολείο πιο ανοιχτό

Category: ΑΡΘΡΑ, ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ  Comments off

Εισήγηση του Μιχαηλίδη Μπάμπη στο Εβδομο Επιμορφωτικό Σεμινάριο για τους έλληνες εκπαιδευτικούς του Βελγίου που έλαβε χώρα την 1η Ιουνίου 1995 στην αίθουσα Ηστμάν μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Κομισσιόν και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Α) Το ανοιχτό σχολείο είναι conditio sine qua non για την 3η χιλιετία

Α1)  Πάντα μέσα σε ένα πλαίσιο του ολοκληρωμένου ανθρώπου το ανοιχτό σχολείο (1) αντί να κόψει τα φτερά στον κάθε τύπο ιδιοφυίας (2) ανάμεσα στα παιδιά, του δίνει ώθηση για να καλλιεργηθεί

1)   Ετσι καλλιεργείται και ο οικονομικός τύπος παιδιού με τις παραλλαγές του, τον προβλεπτικό για μελλοντικές επιχειρήσεις, τον υπολογιστικό που προσαρμόζεται στις καταστάσεις, τον εμπορικό, τον δημιουργικό, αφού κάθε επαγγελματική εξειδίκευση συνοδεύεται από την καλλιέργεια ειδικών ικανοτήτων.

2)   Παράλληλα όμως το σχολείο του επισημαίνει την αξία εκείνων που αφήνουν συνήθως αδιάφορο τον οικονομικό τύπο παιδιού, δηλαδή τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά θέματα, που δεν είναι μόνο μέσο για προβολή του πλούτου και ακόμη την κοινωνική αγωνία, ώστε να νιώσει ότι οι άνθρωποι δεν είναι μόνο μέσα για ικανοποίηση των οικονομικών σκοπών.  Ακόμα την εικόνα του κράτους που δεν είναι εμπορική επιχείρηση και τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι η κοινωνία αλλάζει. Αλλά και την ύπαρξη των θρησκευτικών συναισθημάτων που για άλλους τύπους ανθρώπων είναι καθοριστικά για την πορεία τους μέσα στον κόσμο.

2) Και ο θεωρητικός τύπος παιδιού που νιώθει την ανάγκη να υποτάσσει το αντικείμενο κάτω από γενικούς νόμους πρέπει να μπορεί να καλλιεργείται από το εμπνευσμένο ανοιχτό σχολείο.  Αλλά και για τις παραλλαγές του κάθε τύπου θα υπάρξει φροντίδα να μή σβήσουν, Τόσο ο εμπειρικός, όσο και ο νοησιοκρατικός, αλλά και ο κριτικός και ο σκεπτικιστής δεν περνούν από την κλίνη του Προκρούστη στο ανοιχτό σχολείο.

Πάντα χωρίς πνεύμα επιβολής το ανοιχτό σχολείο θα δείξει στον τύπο αυτό μαθητή ότι υπάρχουν πράγματα που βρίσκονται έξω από την ατομιστική οπτική του, αφού είναι γνωστό ότι ένας γνήσιος θεωρητικός τύπος είναι ο κατεξοχήν ατομικιστής. Και καθώς ούτε το δέσιμο με το έθνος τον ενδιαφέρει τον τέτοιο τύπο, θα μπορούσε να του υποδειχθεί ότι δεν είναι ο δεσμός των πνευματικών ανθρώπων πέρα από εθνικά σύνορα ο μόνος υπαρκτός. Βέβαια και οι αισθητικές αξίες της ζωής, που συνήθως περιφρονούνται από ένα καθαρό θεωρητικό τύπο, ως μισές γνώσεις, υπογραμμίζονται. Βέβαια είναι δύσκολο να πείσεις ένα θεωρητικό άνθρωπο ότι έχει αξία και κείνος ο αισθητικός τύπος που ονειροπόλος ζητάει να συλλάβει το αντικείμενό της φύσης με τη διαίσθησή του αδιαφορώντας για την αντικειμενικότητα της εικόνας του. Εξάλλου το ανοιχτό σχολείο έχει την ικανότητα και κυρίως τη διάθεση να κατανοήσει την εχθρότητα του θεωρητικού τύπου, που σφυρηλατεί τη συνοχή στην ψυχή του, απέναντι στην πολιτική.

3) Αλλά και τον αισθητικό τύπο παιδιού θα προσέξει το ανοιχτό σχολείο, γιατί σε αυτόν κυριαρχεί ένα στοιχείο, που δύσκολα συμβιβάζεται το συμβολικό αναπαραστατικό σύστημα, με το οποίο δουλεύει κάθε σχολείο, και αυτό το χαρακτηριστικό ζητάει την έκφραση μέσα από τις μορφές. Είναι ιδιαίτερη η ευαισθησία για την τάση αυτή, όταν μάλιστα πρόκειται για ένα λαό, όπως ο ελληνικός, που υπήρξε ανέκαθεν εικονολάτρης και καταλαβαίνει το κάθε εκφώνημα όχι τόσο με τη “δυαδική πληροφορική” του διατύπωση, όσο με την ποιητική του σήμανση.( Προτιμάει ο Ελληνας το “άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει” και το “ξάφνου σώπασαν κι όλα μαζί τα τζιτζίκια”  από το άψογο σημαντικά και συντακτικά “επικράτησε σιωπή ή σιγή”).

4) Ανάλογα πρέπει να γίνεται σεβαστή κάθε τάση του ανθρώπου, τόσο η κοινωνική, όσο και η πολιτική, αλλά και η θρησκευτική.

Ενας ουμανισμός ανοιχτός για το ανοιχτό σχολείο

Ενας τέτοιος ουμανισμός θα μπορούσε να πάρει ως δεδομένα για το ανοιχτό σχολείο τα παρακάτω στοιχεία που όλα ξεκινούν από τις εμπειρικές αλήθειες ( που μπορούν βέβαια να συστηματοποιηθούν και να θεωρητικοποιηθούν).

Οτι η ύπαρξη γεννιέται και τελειώνει μέσα στον κόσμο. Ετσι δεν μπορούμε να υποθέσουμε ένα νόημα που να προηγείται της ύπαρξης στον κόσμο, γιατί θα ήταν αντιφατικό.

Ωστόσο όμως σκοποί ανώτεροι του ατομισμού υπάρχουν, γιατί οι άνθρωποι διαθέτουν τουλάχιστο τη δύναμη της άρνησης μπροστά στον εξωτερικό καθορισμό.

Ο κόσμος σαν ύλη μπορεί να μην έχει σκοπό, αλλά ο κοινωνικός κόσμος έχει σκοπιμότητα και αυτό γιατί ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί τον κόσμο, άρα μπορεί να βάζει σκοπούς.

Εξω από τον εαυτό μας υπάρχουν αντιφάσεις προκαλούμενες από τις συνθήκες, από τη βία, φυλετική, οικονομική, θρησκευτική, η οποία είναι μείωση της ανθρωπιάς του άλλου και αυτό μεταφράζεται στο προσωπικό επίπεδο ως μαρτύριο.

Στο επίπεδο των σχέσεων ο παράγοντας που προκαλεί επίσης στενοχώρια είναι η μετατροπή του άλλου σε αντικείμενο, πράγμα που διαιρεί την κοινωνία σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους.

Καθώς αντιμετωπίζουμε το παράλογο στον κόσμο έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε εργαλεία και έτσι να σχεδιάζουμε το μέλλον μας.

Επίσης ανοιγόμαστε στο χρέος για μια κοινωνική πάλη εναντίον όσων ιδοποιούνται τα πάντα. Καθώς ο καταπιεστής δε θα αρκεστεί να ιδιοποιείται το σώμα αλλά θέλει επίσης να ιδιοποιηθεί και κάθε ελευθερία και κάθε νόημα, οπότε πρέπει να τα μετατρέψει όλα σε πράγμα και να καταδιώξει κυρίως τις επικίνδυνες γι αυτόν ιδέες. Γι αυτό ο άνθρωπος οφείλει να διεκδικεί το δικαίωμα να εκφράζει ισότιμα τις ιδέες του.

Β)  Τι όμως πραγματικά βρίσκουμε στο υπαρκτό σχολείο

1)  Για να είμαστε ρεαλιστές και να μην ενθουσιαζόμαστε με εύκολα λεκτικά επινοήματα που καταντούν ιδεολογήματα χρειάζεται να δούμε τι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα.

2) Τα περιεχόμενα της διδασκαλίας

Το μεγαλύτερο κακό είναι η τμηματοποίηση της γνώσης μέσα στον υπάρχοντα τύπο σχολείου. Και αυτό είναι κάτι που δεν προέρχεται από κριτήρια επιστημονικά. Είναι μια διαδικασία που οφείλεται στη συνολική κοινωνική αναπαραγωγή. Η τέτοια προσφορά γνώσεων επιβάλλει στους διδασκόμενους ένα ορισμένο τρόπο ζωής. Ο μαθητής πρέπει να δεχτεί αυτό τον όρο, για να έχει πρόσβαση στη γνώση. Ετσι η άρχουσα ιδεολογία εγχαράσσεται στο πνεύμα του.

3) Στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εκείνο που γίνεται είναι η πειθαρχία και η τάξη. Η αντίσταση του παιδιού στις αξίες αυτές εξουδετερώνεται. Η καθηγήτρια πανεπιστημίου, Αννα Φραγκουδάκη (3 ),   ψάχνοντας τα σχολικά βιβλία μετά τον πόλεμο βρήκε πώς εγχαράσσονταν δύο “αλήθειες” , πάνω στις οποίες στηριζόταν η κοινωνική και ηθική ιεραρχία, η “αλήθεια” της ανωτερότητας του “αρχηγού” και η “αλήθεια” της κατεξοχήν αξίας, της έννοιας της “τάξης”.  Αυτές οι αλήθειες υλοποιούνταν στις εικόνες της φυσικής υπεροχής του άντρα και της γυναίκας νοικοκυράς, καθώς επίσης και στην εικόνα της αυταρχικής οικογένειας.

4) Ενα μεγάλο κακό στην ελληνική εκπαίδευση είναι ακόμα και τώρα η σύνδεση της κοινωνικής κινητικότητας με την εκπαιδευτική διαδικασία με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της παιδείας. Αυτό οφείλεται στην αναπαραγωγή των θέσεων εργασίας και στην απουσία μέχρι την εμφάνιση των πολυκλαδικών μιας επαγγελματικής εκπαίδευσης με ποιότητα και κοινωνική αναγνώριση.

Για το λόγο αυτό όλοι σχεδόν οι απόφοιτοι των λυκείων στρέφονται προς την ανωτάτη εκπαίδευση. Ο αριθμός των εγγεγραμμένων στις ανώτατες σχολές έχει υπερτετραπλασιαστεί σε σχέση με το 1960. Σύμφωνα με στοιχεία του Γ.Σηφάκη (4) το ποσοστό των πτυχιούχων στην Ελλάδα ήταν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Μάλιστα το 1976 ο αριθμός των γιατρών στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ο μεγαλύτερος στον κόσμο. Παράλληλα όμως αυτή η πληθώρα πτυχιούχων δε συνοδεύτηκε από υψηλή ποιότητα.

Η κοινωνική ανισότητα στηρίζεται ακριβώς στη διάκριση αυτή ανάμεσα στη χειρωνακτική και διανοητική απασχόληση.

5) Ο μύθος της ισότητας ευκαιριών ενοχοποιείται από την απουσία ακριβώς ίσων ευκαιριών.

Η καθηγήτρια Δεληβάνη καταθέτει τη μαρτυρία της για ένα καθεστώς παζαριών για την κατάληψη κάποιας θέσης και αυτό όχι αόριστα,αλλά συγκεκριμένα εντοπίζοντας την κακοδαιμονία στο χώρο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Αυτό είναι ο κανόνας της πρακτικής που ισχύει στην ελληνική εκπαίδευση. Διαπιστώνεται η έλλειψη κριτηρίων στο χώρο της εκπαίδευσης.Η εικόνα της εκπαίδευσης είναι τοπίο πλήρους αδιαφορίας διδασκόντων και διδασκομένων για το έργο που επιτελούν. Γενικότερα οι περισσότερες κακοδαιμονίες προέρχονται από αυτή την έλλειψη, ή τη μη ορθή εφαρμογή τους. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της καθηγήτριας πανεπιστημίου, κ.Δεληβάνη, ο εκάστοτε υποψήφιος για κάποια ανώτερη θέση επιβάλλεται ή δεν επιβάλλεται ανάλογα με το συσχετισμό κομματικών και άλλων δυνάμεων( Δεληβάνη, σ.536).Στη θέση αδιάβλητων κριτηρίων έχουμε όλοι την τάση να προβάλλουμε γενικές αρχές. Πάντοτε προβάλλονται από τους επίσημους, αλλά και τους ανεπίσημους φορείς έννοιες, όπως  “αξιοκρατία”, “ευσυνειδησία”, “αναγνώριση”, “ποιοτική αναβάθμιση”, “συνταγματικές ελευθερίες” έννοιες ωστόσο, που είναι κενές περιεχομένου.

6) Ο κοινωνικός ρόλος της εκπαίδευσης

Δεν υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα σε ένα σύνολο γνώσεων ουδέτερων του τεχνικού επιπέδου και ένα σύνολο γνώσεων ιδεολογικών προερχόμενων από την άρχουσα ιδεολογία, διότι όλος ο μηχανισμός, επομένως κάθε γνώση είναι υποταγμένη στο στόχο να κατανείμει τους μαθητές σε θέσεις διαφοροποιημένες προβλεπόμενες από τη διαίρεση της εργασίας.

Καταρχήν η εκπαίδευση είναι μια λειτουργία κρατική. Ετσι γίνεται η κύρια συνιστώσα της διαδικασίας αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας που αποτελεί μέρος της ενοποιητικής λειτουργίας του κράτους.  

Ωστόσο το κράτος ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1977 και 1982 αυτοδεσμεύεται ότι θα προχωρεί μέ βάση το Λόγο. Το προτεινόμενο συμβόλαιο και σύμβολο είναι η διακήρυξη για μια εκπαίδευση Ιση , που παρέχει  ίσες ευκαιρίες και που επιδιώκει το δίκαιο. Ολοι οι μαθητές μπορούν να πετύχουν, αρκεί να έχουν την ικανότητα.

Αλλά αυτό αποκρύπτει την πραγματικότητα, διότι δεν πρόκειτα για ένα σύστημα ανιδιοτελές. Παρόλα αυτά το σύστημα θεωρείται ουδέτερο ακόμη και από τα σοσιαλιστικά κόμματα, τα οποία εξηγούν ότι η εξουσία παρεμβαίνει εκ των υστέρων για να προσαρμόσει την εκπαιδευτική λειτουργία στις ανάγκες της. Ετσι το πράγμα παρουσιάζει ένα σύστημα αθώο και καλό, που απλώς έχει ορισμένες δυσλειτουργίες.

7) Η πραγματική δύναμη που είναι ο συνολικός καπιταλισμός έχει μια διπλή ανάγκη πλέον.

Α)  Να είναι ελεύθερος να μετακινηθεί στους πιο ευνοικούς τομείς

Β) Να είνα και η εργασία ελεύθερη να αποσπαστεί από την παραγωγή μιας αξίας χρήσης μόνο. Υπάρχει για αυτό το λόγο μια ανάγκη για σφαιρική ,γενική κινητικότητα του εργαζόμενου.

Η εξέλιξη των πραγμάτων. Από τη μια πλευρά η εργατική δύναμη υπόκειται στα μέσα παραγωγής εξαιτίας της μαζικής εισαγωγής της επιστήμης στην παραγωγική διαδικασία, πράγμα που προκαλεί τη μεταμόρφωση ενός μεγάλου μέρους της εργασίας σε εργασία ανειδίκευτη. Από την άλλη αναδύεται η ανάγκη της μόρφωσης των ειδικευμένων εργατών για τον έλεγχο και τη διευθυνση. Λοιπόν ο συλλογικός εργαζόμενος οφείλει να διαφοροποιηθεί, γιατί τα διάφορα επίπεδα θέσεων απαιτούν διαφορετικά επίπεδα μαθητείας.

Μια αντίφαση ανάμεσα στο κεφάλαιο γενικά και τα επιμέρους κεφάλαια ανακύπτει. Κάθε ιδιαίτερο κεφάλαιο ενδιαφέρεται στη διαρκή διατήρηση της ορισμένης εργασίας. Δεν ενδιαφέρονται λοιπόν για τη συνολική ανάπτυξη της εργασίας.  Αυτή η αντίφαση, εσωτερική της αστικής τάξης, ανευρίσκει τη λύση της στην παρέμβαση του κράτους και της εθνικής εκπαίδευσης. Πάντως αυτό έχει και καλές πλευρές, γιατί σημαίνει ότι ήλθε η ώρα για βελτιώσεις.

Παράλληλα όμως δεν έχει σταματήσει η άρχουσα κατάσταση να  διαδίδει την άρχουσα ιδεολογία. Για αυτό, το σύστημα παραχωρεί την επέκταση της εκπαίδευσης. Αυτό επιτυγχάνεται από την ιεραρχία στην εκπαίδευση και στη διοίκηση. Τα πανεπιστημιακά διπλώματα είναι απαραίτητα για να καλύψουν τους ρόλους των διευθυντών και των τεχνικών μέσα στα εργοστάσια και των γραφειοκρατών στη διοίκηση και των διδασκόντων. Αποτελεσμα είναι η διαίρεση σε όλα τα επίπεδα σε κυρίαρχους και υποταγμένους.

8 )  Πάντως στη χώρα μας η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αξία των διπλωμάτων και τις θέσεις μέσα στην ιεραρχία διαιωνίζεται, καίτοι αντιοικονομική

Η αντιστοιχία είναι μεγαλύτερη στα εργοστάσια παρά στη διοίκηση, γιατί η ενότητα των επιμέρους διαδικασιών γίνεται διαμέσου της αγοράς. Εδώ η τύχη και το αυθαίρετο παίζουν ένα ρόλο σπουδαίο, εξαιτίας της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Η μεσολάβηση της αγοράς μεταμορφώνει το παιγνίδι.

Μέσα στη διοίκηση, αντίθετα, η ανταπόκριση ανάμεσα στην ιεραρχία και το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι ασαφής.

9) Γι αυτό η διοίκηση της εκπαίδευσης έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης(6)

Τα μέλη της διοίκησης ανέρχονται στις ανώτατες θέσεις κυρίως χάρη στην κοινωνική θέση των οικογενειών τους. Αυτοί όμως που με αυτό τον τρόπο πετυχαίνουν δεν είναι κατ ανάγκη οι πιο ικανοί και βέβαια δεν είναι πρόθυμοι για να οδηγήσουν την παιδεία στην ανανέωση. Αντίθετα κολακεύουν την εκκλησία και ομνύουν πίστη στις αρχές της οικογένειας, της πίστης και της πατρίδας, έστω και άν δεν πιστεύουν στις αξίες αυτές. Αυτό οφείλεται στο ότι ο σκοπός  είναι η αλληλοστήριξή τους και όχι η ενασχόληση με το αντικείμενό τους.

Ετσι οι ιδεολογίες που συνήθως εκπέμπονται από την εκπαίδευση είναι μεγάλα λόγια, γοητευτικά ωστόσο. Οτι ο διανοούμενος δεν ανήκει ούτε σε εκείνους που ενδιαφέρονται για τα οικονομικά αγαθά σε βάρος των πνευματικών αγαθών, ούτε σε εκείνους που ταυτίζουν το μέλλον των πολιτιστικών θησαυρών με τη μοίρα των υλικών συμφερόντων τους.

Η απόσταση ωστόσο τέτοιων ιδεολογημάτων από τις  πρακτικές της ζωής ακυρώνει κάθε υψηλό περιεχόμενο σε αυτό που μπορεί να ονομαστεί “καθημερινός λόγος”. Ο πολιτιστικός λόγος είναι ταυτόσημος μέσα από όλα τα πολιτιστικά φαινόμενα, τον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό και κάθε καλλιτεχνική εκδήλωση. Ακόμα και οι αντίθετοι λόγοι αφομοιώνονται μέσα σ αυτό το κλίμα ειρωνείας.

Δεν είναι τυχαίο που δεν υπάρχει σχεδόν κανένας από τους σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες που να μην είναι δυσμενώς τοποθετημένος σε παγκόσμια ή σε εθνικά ιδανικά, γιατί θεωρεί ότι μόνο οι ιδιαίτερες προτάσεις έχουν ένα χαρακτήρα υπαρξιακό, ενώ οι παγκόσμιες είναι μόνο η άρνησή τους.

Γ) Η εικόνα αυτή ωστόσο έχει αλλάξει μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια.

Αφετηρία υπήρξε μια διαδικασία που περιγράφεται εύγλωττα από μια παράγραφο του βιβλίου “Eλευθερία του ανθρώπου” του Ανδρέα Παπανδρέου(7), που υπήρξε και ο αυτουργός των αλλαγών οι οποίες προφητεύονται στο βιβλίο αυτό, γραμμένο το 1972,σ.33

“Οι όροι των συγκρούσεων σήμερα άλλαξαν. Η ιδέα σήμερα είναι ότι στη θέση της πάλης των τάξεων εκτυλίσσεται μεταξύ των διαφόρων ομάδων ένας αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας. Από αυτή την πάλη εξαρτάται εάν οι τεχνοκράτες ή οι γραφειοκράτες ασκούν ένα έλεγχο πάνω στο κράτος πιο αποτελεσματικό απότι οι επιχειρηματίες. Οι ηγέτες της πάλης θα είναι οι τεχνοκράτες που θα υποκαταστήσουν τους παραδοσιακούς καπιταλιστές.

Μετά από δύο μεγάλες μεταρρυθμίσεις και μια τρίτη που ετοιμάζεται, μετά από εκατοντάδες εκδηλώσεις και διαδηλώσεις για την εκπαίδευση, ίσως να γίνει αντιληπτό από τους υπευθύνους ότι η γνώση έχει γίνει παραγωγική δύναμη, ης άνευ ουδέν εστί γενέσθαι.

“ Μια διεθνοποιημένη οινονομία και μια μεταβιομηχανική κοινωνία απαιτέι πολύ πιο ευέλικτη λειτουργία του σχολείου, πολύ πιο εξειδικευμένες προσεγγίσεις του μαθητή. Πρέπει να αφήσουμε τη δυνατότητα σε ένα σχολείο να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, σε ένα εκπαιδευτικό να πάρει πρωτοβουλίες ( 8 ).

Αυτά δεν τα λέει ο γράφων, αλλά ο ίδιος ο Υπουργός Παιδείας. Καί όμως φαίνονται να αποτελούν συνέχεια ετούτης εδώ της εισήγησης.

Και πώς θα γινόταν να μείνουμε απαθείς στην πρόκληση του έτους 2000, αφού η κυβερνητική και η πληροφορική έχουν αλλάξει ήδη το τοπίο πολύ πιο ριζικά απότι το περιέγραφε ο ΜακΛιούαν παλιότερα μιλώντας για τα μαζικά μέσα επικοινωνίας.  Η ασύλληπτη δυνατότητα που αναδύθηκε με  τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και η οποία μας επιτρέπει να εξισώνουμε το δυαδικό μαθηματικό σύστημα με το δεκαδικό με το δεκαεξαδικό και με κάθε είδος τεχνητής ή φυσικής γλώσσας, αυτό είναι η πραγματική πρόκληση για το νέο σχολείο(9,10).  Τι λέτε; Πάμε και μεις;

Αρχή που διέπει αυτή την παρέμβαση είναι η επιστημονική στήριξη με βάση ένα τριαδικό σχήμα. Η μέθοδος είναι ιντεραξιονιστική και στηρίζεται σε ένα τριαδικό μοντέλο.

Βιβλιογραφία

1)  Βέικος Θεόφιλος, καθηγητής της φιλοσοφίας,  1976,  Ο μύθος του λόγου, Παπαζήση.  Ο Βέικος εισήγαγε στο βιβλίο του τη θεωρία του Καρλ Πόππερ, για την ανοιχτή κοινωνία.

2) Πήρα υπόψη το λεγόμενο  TAT (thematic apprerception test) του Mur­rey για τύπους θεματικούς που είναι εμπειρικό και δείχνει στατιστικά εμφανιζόμενες τάσεις.

3) Φραγκουδάκη Αννα   1978   Τα αναγνωστικά του δημοτικού,  Θεμέλιο, σ. 124

4-)Σηφάκης Γ  Ανωτάτη παιδεία. Πώς φθάσαμε στο αδιέξοδο, περιοδ. Οικονομικός ταχυδρόμος,

      Νοέμβρης 1987

5)Δεληβάνη,Μαρία Νεγρεπόντη, 1990 ,Ελληνική οικονομία,κοινωνία,παιδεία,αυτό το χάος, Παπαζήση, εδώ το κεφάλαιο Τι θα γίνει με την παιδεία;(Δεν είχα δικαίωμα να σιωπήσω!),σ.533.

6) Κόκκοτας, Π.  1978     Ο ρόλος της παιδείας

7) Παπανδρέου Ανδρέας,   1972   Η ελευθερία του ανθρώπου

8 ) Παπανδρέου Γεώργιος,   1995   Ομιλία για την αποκέντρωση της εκπαίδευσης,  Ομιλία 7/4/1995 στην ολομέλεια των προέδρων της ΔΟΕ

9)Guilbaud G. 1954 LA CYBERNETIQUE ,  PUF

10) Mathelot P., 1969  L’ informatique  PUF

Η κεντρική μονάδα του υπολογιστή ανασύρει από τη μνήμη όσα έχουμε γράψει καθώς επίσης και τους κανόνες του κατασκευαστή της. Ενα άλλο τμήμα επεξεργάζεται τα εισαγόμενα μέσω μαθηματικών και λογικών συμβόλων.Παρεμβαίνει η φυσική(διότι τα τσιπς είναι ημιαγωγοί με μορφή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων) η ηλεκτρομαγνητική και η λογική.

         Ζευγαρίδης Σπ  1977    Κυβερνητική και πληροφορία, Καστανιώτη

Copy Protected by Chetans WP-Copyprotect.